Σταύρος Ψυλλάκης
← Συνεντεύξεις

ΣΜΙΛΕΜΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ

συνέντευξη στον/στην Μανώλης Κρανάκης · FLIX, 2025

ΣΜΙΛΕΜΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ

Ερωτήσεις ΚΡΑΝΑΚΗ_ απαντήσεις ΨΥΛΛΑΚΗ_FLIX (Απρίλιος 2025)

Πως ξεκίνησαν οι «Σμιλεμένες Ψυχές»;

Απ: Όλα οφείλονται στην επιμονή μιας προξενήτρας. Έτσι αποκαλώ στους τίτλους τέλους την Μαρίνα Φουντουλάκη που γνώρισα σε μια προβολή ταινίας μας στην Άνω Ελούντα. Η Μαρίνα, ψυχή της βιβλιοθήκης «Μανώλης Φουντουλάκης» και ανιψιά του Μανώλη Φουντουλάκη, ένα από τα κεντρικά πρόσωπα στις ΣΜΙΛΕΜΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ, βάλθηκε να μου γνωρίσει τον Julien Grivel. Τον Ελβετό οδοντίατρο ο οποίος για 26 χρόνια (1972-1998), ερχόταν δύο φορές τον χρόνο στην Ελλάδα και περιέθαλπε δωρεάν τα δόντια των χανσενικών (λεπρών) στο Νοσοκομείο Λοιμωδών Νόσων «Η Αγία Βαρβάρα», στο Αιγάλεω Αττικής. Όταν τελικά γνωρίστηκε το ζευγάρι όλα πήραν το δρόμο τους. Βέβαια η προξενή-τρα και ο παραγωγός Ματθαίος Φραντζεσκάκης έκαναν ότι μπορούσαν να εξασφαλίσουν την προίκα τους, τη χρηματοδότηση του εγχειρήματος. Όλα λοιπόν ξεκίνησαν από ένα τυχαίο γεγονός και όχι σαν αποτέλεσμα κάποιας έρευνας.

Σε τι μονοπάτια έρευνας και τεκμηρίωσης οδήγησε η γνωριμία με τον Ζιλιέν

Γκριβέλ;

Απ: Δεν ξέρω αν εννοείτε τα μονοπάτια έρευνας και τεκμηρίωσης όσον αφορά την ίδια τη δημιουργία ή το πραγματολογικό περιεχόμενο της ταινίας. Όμως είναι πρόκληση να απαντήσω και στα δύο.

Όσον αφορά την ίδια τη δημιουργία της ταινίας θα μεταφέρω τα λόγια από μια άλλη συνέντευξη¹ γιατί νομίζω δικαιωματικά ανήκουν και εδώ. Έλεγα λοιπόν εκεί: Η επιλογή του «θέματος» είναι μια πρόφαση που μου δίνει το πλαίσιο για να μπορέσω να μιλήσω γι’ αυτά που πραγματικά μ’ ενδιαφέρουν: τα πρόσωπα που συναντάμε στις ιστορίες μας. Οι ταινίες μας δεν περιγράφονται με το «θέμα» τους και ο ίδιος δεν κινητοποιούμαι ούτε ξεκινάω από κάτι τέτοιο. Παλιότερα, ο κριτικός Μανώλης Κρανάκης (Γνωρίζεστε; Συνωνυμία;), έγραφε²: «Τα πρόσωπα που ″πρωταγωνιστούν″, τα talking heads, στις ταινίες του Σταύρου Ψυλλάκη είναι πριν από το ″θέμα″ που αφηγούνται, τα ίδια το ″θέμα″ στο έργο του. Ένα έργο που, λες, τεκμηριώνει την ανθρώπινη κατάσταση γιατί βρίσκει αυτήν πιο συναρπαστική από οποιαδήποτε άλλη... τεκμηρίωση. … Ο δρόμος του Σ.Ψ. είναι αυτός που κάθε φορά ξεκινάει και τελειώνει με τον άνθρωπο που έχει απέναντί του, στην ευθεία γραμμή που το βλέμμα του ενός συναντά το βλέμμα του άλλου».

Αυτά τα έγραφε το 2016. Ήταν μια ματιά διαφωτιστική και για εμένα τον ίδιο. Οι ταινίες μας δεν είναι για «θέματα» αλλά για πρόσωπα που με προσελκύουν και είναι διαθέσιμα για ένα ταξίδι μαζί τους στη γεωγραφία της ψυχής τους. Οι διαπιστώσεις του Κρανάκη γίνονται εμφανείς στα έργα που ακολούθησαν και ίσως τα προαναγγέλλουν. Στις τελευταίες ταινίες, η τριλογία ΩΔΕΣ ΣΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ (ΓΙΑ ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΟΥΣ, ΟΦΕΙΛΗ, ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ) και οι ΣΜΙΛΕΜΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ, οι προσεγγίσεις των προσώπων, αποενοχοποιημένες από την ανάγκη προβολής του «θέματος», επεξεργάζονται και μορφοποιούνται ακόμα περισσότερο.

Τα μονοπάτια έρευνας και τεκμηρίωσης όσον αφορά για το πραγματολογικό περιεχόμενο της ταινίας, αφορούσαν το περιβάλλον που διαδραματίζεται η ιστορία μας. Η έκταση και η εστίαση αυτής της έρευνας ήταν από την αρχή οριοθετημένες. Δεν θέλαμε να κάνουμε μια ταινία για την ιστορία της λέπρας στην Ελλάδα, για τη ζωή των χανσενικών στην «Αγία Βαρβάρα» και τα άλλα λεπροκομεία (Σπιναλόγκα, Χίος, Καρλόβασι Σάμος) που υπήρχαν, τότε που οι χανσενικοί ήταν ακόμα «λεπροί», τους θεωρούσαν δημόσιο εχθρό και το κοινωνικό στίγμα που βίωναν ήταν ίσως πιο σκληρό από την ίδια την ασθένεια.

Ούτε θέλαμε απλά να καταγράψουμε την εθελοντική προσφορά του Julien παρά το μεγαλείο των πράξεων του. Αυτά θα αποτελούσαν το πλαίσιο που μέσα του συντελείται το μεγάλο εσωτερικό ταξίδι του «ήρωα» μας προς τη δική του Ιθάκη. Θέλαμε να αναζητήσουμε τον άνθρωπο Julien. Σε αυτά κινήθηκε και περιορίστηκε η έρευνα μας και δύο βιβλία μας ήταν πολύ χρήσιμα: «ΕΛΛΑΔΑ η δική μου Ιθάκη» του Julien Grivel [έκδοση Περιφέρεια Κρήτης (2022), επιμέλεια του πολιτικού μηχανικού Κωστή Μαυρικάκη] και ΑΗΤΟΣ ΧΩΡΙΣ ΦΤΕΡΑ Αυτοβιογραφία Επαμεινώνδα Ρεμουντάκη [έκδοση Κ.Δ.Π.Ι.Ε.Ρ].

Τι γνωρίζατε για την ιστορία των χανσενικών στην Ελλάδα πριν από την ταινία και τι τελικά κατακτήθηκε ως γνώση μετά το τέλος του ντοκιμαντέρ;

Απ: Ελάχιστα πράγματα γνώριζα για την ιστορία των χανσενικών στην Ελλάδα. Τις δεκαετίες του ′50 και του ′60 που μεγαλώνω στα Χανιά, για μας δεν υπάρχουν λεπροί ούτε και Σπιναλόγκα. Αυτή λειτούργησε από το 1904 έως το 1957 που έκλεισε οριστικά. Ό,τι σχετικό είχε υπάρξει εξοβελίστηκε στη σιωπή. Για λεπρούς θυμάμαι να ακούω μόνο στα θρησκευτικά, στην παραβολή των δέκα λεπρών που θεράπευσε ο Ιησούς. Δε φαντάζομαι να ήταν το ίδιο για τα παιδιά που μεγάλωναν στην περιοχή της Ελούντας, αλλά δεν ξέρω…

Το θέμα ξανακούστηκε τα τελευταία χρόνια με την πολύ ενδιαφέρουσα τηλεοπτική σειρά. το ΝΗΣΙ. Η φιλική σχέση με τον Θοδωρή Παπαδουλάκη, σκηνοθέτη της σειράς, εμπλούτισε κάπως τις γνώσεις μου αλλά πάντα στο επίπεδο των συζητήσεων που είχαμε και μέχρι εκεί.

Όταν άρχισα να ασχολούμαι με το θέμα συνειδητοποίησα πόσο τεράστιο κοινωνικό στίγμα ήταν η λέπρα, ιδιαίτερα προπολεμικά και μέχρι να εμφανιστούν τα πρώτα φάρμακα γύρω στο ′50. Καταλαβαίνω γιατί η λέξη σχεδόν δεν ακούγονταν. Είχε εξοριστεί όπως και οι λεπροί στη Σπιναλόγκα.

Σήμερα η Σπιναλόγκα, ταυτόσημη με τη λέπρα κάποτε, είναι σημαντικό τουριστικό αξιοθέατο της περιοχής. Οι εντυπωσιακές ενετικές οχυρώσεις και η δημοφιλής τηλεοπτική σειρά τόνωσαν το ενδιαφέρον για το νησί και προσελκύουν χιλιάδες επισκέπτες κάθε χρόνο. Δεν μπορώ να ξέρω τι βλέπουν και τι αισθάνονται όλοι αυτοί οι άνθρωποι…

Εμείς πάντως δεν την επισκεφτήκαμε. Στην ταινία την παραπλέουμε περιμετρικά με τον Julien και την Christiane σ’ ένα πλοιάριο να σχολιάζουν: «Η Σπιναλόγκα ήταν περισσότερο ένα μέρος εξορίας παρά νοσοκομείο. Ήταν μία φυλακή, μία κοινωνική και ιατρική φυλακή. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν αγαπημένοι, πολύ αγαπημένοι και απομονωμένοι. Η καταραμένη ασθένεια τους έκλεβε τη ζωή και τη μνήμη μαζί» μας λέει ο Julien και θυμάται τη μαρτυρία ενός ασθενή του: «H Σπιναλόγκα είναι ο Μινώταυρος της σύγχρονης εποχής που έχει χορτάσει με τόσα πολλά θύματα».

Γιατί πιστεύετε ότι υπήρξε τόση αδιαφορία αλλά και σχεδόν αποστροφή στο θέμα των χανσενικών στην Ελλάδα;

Απ: Δεν είναι κάτι παράξενο και μακρινό αυτή η συμπεριφορά. Αν σήμερα υπήρχαν λεπροί πιστεύετε ότι σαν κοινωνία θα τους συμπεριφερόμασταν διαφορετικά και θα τους αγκαλιάζαμε περισσότερο; Παραδείγματα υπάρχουν αρκετά και πρόσφατα. Δεν θέλω να καταφύγω σε ηρωισμούς και ανέξοδες μεγάλες κουβέντες. Δεν ήταν εύκολη ιστορία και περισσότερο θα βοηθούσε αν ο καθένας μας, μόνος με τον εαυτό του, απαντούσε έντιμα τι θα έκανε αυτός ή αυτή προσωπικά. Με τα χρόνια αυτό που άλλαξε σημαντικά είναι ο χρόνος και η αποτελεσματικότητα της ιατρικής αντιμετώπισης τέτοιων θεμάτων. Για τη στάση μας ως κοινωνία απέναντι στους εκάστοτε «λεπρούς» δεν ξέρω αν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα…

Υπήρξαν ιστορίες που μάθατε αλλά δεν θέλατε να αγγίξετε; Πόσο δύσκολο ήταν να πειστούν άνθρωποι να μιλήσουν για τις εμπειρίες τους;

Απ: Θα ξεκινήσω με το πλαίσιο που κινείται η ταινία μας. Εμείς σκιαγραφούμε το σμίλεμα της ψυχής του Julien μέσα από την εμπειρία που ζει και ο μπάρμπα Μανώλης, πρώην χανσενικός, σκιαγραφεί το πλαίσιο που αυτό συντελείται. Με καθηλωτικές αφηγήσεις μας μεταφέρει στην περίοδο που η απόρριψη, ο αποκλεισμός και το κοινωνικό στίγμα κυριαρχούσαν στην αντιμετώπιση των χανσενικών. Ο ίδιος νοσηλεύτηκε στην «Αγία Βαρβάρα», εκεί γνώρισε τον Julien και η σχέση τους ήταν καταλυτική για τη διαδρομή του «ήρωα» μας. Ήταν ο μέντορας του.

Τον μπάρμπα Μανώλη δεν τον γνωρίσαμε. Πέθανε το 2010. Στην ταινία υπάρχει μέσω αρχειακού υλικού που πολύ γενναιόδωρα μας έδωσαν οι φίλοι και συνάδελφοι Θοδωρής Παπαδουλάκης και Σίλας Μιχάλακας. Μίλησαν μαζί του και οι ιστορίες που κατέγραψαν ήταν θησαυρός για την ταινία μας. Δεν χρειάστηκαν άλλες συνεντεύξεις ούτε προσπάθειες να πείσουμε ανθρώπους να μας μιλήσουν. Μάθαμε για ιστορίες δύσκολες εκείνης της εποχής που όμως δεν αγγίξαμε περισσότερο γιατί μας ξεστράτιζαν προς την ιστορία της λέπρας.

Το αρχειακό υλικό - πόσο εύκολο ήταν να βρεθεί; Που αναζητά κάποιος σήμερα αρχεία για τους χανσενικούς και τη Σπιναλόγκα;

Απ: Οι δικές μας ανάγκες ουσιαστικά καλύφτηκαν από τα προσωπικά αρχεία (φωτογραφίες και ηχογραφήσεις) των κεντρικών προσώπων της ταινίας: Grivel, Φουντουλάκη και Ρεμουντάκη. Και βέβαια από το υλικό που μας παραχώρησαν ο Θοδωρής και ο Σίλας γυρισμένο περίπου την ίδια περίοδο, ανεξάρτητα μεταξύ τους, λίγο πριν πεθάνει ο μπάρμπα Μανώλης.

Μετά χρησιμοποιήσαμε υλικό από το αρχείο του Γαλλοελβετού αρχιτέκτονα Maurice Born, πολύ σημαντικού ερευνητή και σπουδαίου ανθρώπου που είχε ασχοληθεί με τους χώρους εγκλεισμού και ιδιαίτερα με τη Σπιναλόγκα καθώς έμενε για μεγάλα διαστήματα στην περιοχή. Η ύπαρξη της δικής μας ταινίας όπως και του εμβληματικού ντοκιμαντέρ Η ΤΑΞΗ του Jean Daniel Pollet ουσιαστικά οφείλονται στον Maurice Born όπως μαθαίνουμε στην ταινία. Χρησιμοποιήσαμε σύντομο υλικό και από αυτή την ταινία.

Αυτές ήταν οι ανάγκες μας. Όπως είπαμε το θέμα μας δεν ήταν η ιστορία της λέπρας και η Σπιναλόγκα, έτσι η έρευνα δεν επεκτάθηκε και δεν έχω περισσότερες πληροφορίες που μπορεί κάποιος να αναζητήσει σχετικά αρχεία.

Ποια ήταν η πιο δύσκολη συναισθηματικά στιγμή του γυρίσματος;

Απ: Ίσως όταν επισκεφτήκαμε τον τάφο των Ρεμουντάκηδων στο Απίδι του Ν. Λασιθίου. Ο Επαμεινώνδας Ρεμουντάκης ήταν ο πρώτος ασθενής που ήρθε να θεραπεύσει ο Julien και έτσι ξεκίνησαν όλα. Ο τάφος, σε συνδυασμό με το γύρω τοπίο και τις μνήμες που ανακαλούσε στον Julien αυτή η επίσκεψη είχαν ένα ιδιαίτερο φορτίο.

Αλλά και για εμένα είχε πολύ φορτίο αυτή η επίσκεψη. Πριν 20 περίπου χρόνια, μετά από προτροπή συναδέλφου, προσπάθησα να δω το ντοκιμαντέρ Η ΤΑΞΗ του Jean Daniel Pollet. Εκεί εμφανίζεται και μιλά ο Επαμεινώνδας Ρεμουντάκης. Έβλεπα για πρώτη φορά πολύ παραμορφωμένο λεπρό να εκφέρει ένα απίστευτα συγκροτημένο και δυνατό λόγο. Αρχικά απέστρεφα το βλέμμα. Πολύ δύσκολα και με μεγάλη προσπάθεια κατάφερα να το δω. Μου το επέβαλα θα έλεγα. Τώρα βρισκόμουν στον τάφο αυτού του ανθρώπου… Αργότερα στο μοντάζ χρησιμοποίησα στην ταινία μας ένα μικρό κομμάτι αυτής της συνέντευξης. Έτσι έχουμε στην παρέα και τον Επαμεινώνδα με τη Τασία, τη γυναίκα του.

Τι πιστεύετε ότι παίρνει ο θεατής βλέποντας τις «Σμιλεμένες Ψυχές»; Ποιο είναι το μεγαλύτερο μάθημα ζωής που διδάσκεται από τον κεντρικό ήρωα;

Απ: Υπάρχουν πολλές κουβέντες μέσα στη ταινία που θα μπορούσαν να θεωρηθούν μαθήματα ζωής. Και δεν λέγονται βαρύγδουπα, βερμπαλιστικά ή από καθέδρας, γιατί κάθε φορά δεν αρκεί τι λέει κάποιος αλλά και ποιος το λέει. Το ύφος, η χροιά της φωνής, η συνολική παρουσία και κυρίως το ήθος που εκπέμπει ένα πρόσωπο είναι καθοριστικά για το τι θα μας προκαλέσει και αυτό δεν μεταφέρεται εύκολα στο χαρτί.

Το ξαναείπα, δυσκολεύομαι πολύ να απαντήσω όταν με ρωτούν ποιο είναι το «θέμα» μου. Δεν κάνουν τα «θέματα» τις ταινίες σπουδαίες, αλλά ο τρόπος που θα τα προσεγγίσουμε, θα τα φωτίσουμε και θα μιλήσουμε γι΄ αυτά. Αυτό θα εκπέμπει τελικά το δημιούργημά μας. «Ό,τι περιγράφω με περιγράφει», λέει ο ποιητής Αργύρης Χιόνης. Και αυτό νομίζω τα λέει όλα.

Μακρηγόρησα και για να μην αποφύγω την ερώτησή σας θα επαναλάβω τα λόγια του Julien στη Βιβλιοθήκη «Μ. Φ.»: «Πολύ μου αρέσει η βιβλιοθήκη επειδή ο κόσμος θα έπρεπε να είναι σαν βιβλιοθήκη, επειδή βλέπουμε τόσους πολλούς διαφορετικούς και αντιφατικούς τόμους που συνυπάρχουν και ανέχονται ο ένας τον άλλο, για την ομορφιά του κόσμου».

Τι θαυμάσατε περισσότερο στον Ζιλιέν Γκριβέλ; Τι κοινά έχετε μαζί του;

Απ: Θα ήθελα να κλείσουμε αυτή τη συνέντευξη πιο ανάλαφρα, κάπως εύθυμα και θα σας απαντήσω έμμεσα με την αφήγηση μιας ιστορίας που ένα μέρος της έχω ξαναπεί³:

Έχει βραδιάσει και φεύγουμε με το βαν από τα Ανώγεια για τα Χανιά. Απολαύσαμε τις μαντινάδες και την παρέα του Γιαλαύτη στο καφενείο της πλατείας και το οφτό με τις τσικουδιές λίγο παραπάνω. Σε μεγάλη ευθυμία όλοι μας πειραζόμαστε. Οδηγεί ο Κώστας, δίπλα ο Μανώλης αγκαλιά με την κάμερα κι εγώ πίσω κρατάω το ρυθμό στο κέφι. Κάποια στιγμή γυρνάω γελώντας και λέω του Julien: «Να ξέρεις, είσαστε με τρία ρεμάλια στο αμάξι». Νοιώθει ότι κάτι σημαντικό του είπα και ανοίγει αμέσως το λεξικό να βρει το «ρεμάλι». Τον σταματάω και αρχίζω να του εξηγώ σε απλά ελληνικά. Όταν έχει καταλάβει, εξηγεί και στην Christiane και σκάνε στα γέλια: «Όχι, είμαστε πέντε ρεμάλια», μας λέει. Αυτοί είναι ο Julien και η Christiane.

Έκτοτε μας αρέσει να πειραζόμαστε με τη λέξη «ρεμάλι» και να γελάμε. Κάποια στιγμή, μήνες μετά, πίνουμε τσίπουρα στο αγαπημένο μας καφενείο και χαμηλόφωνα μου εκμυστηρεύεται: «κοίταξε να δεις εγώ ήμουν ρεμάλι από παλιά, απλά δεν ήξερα τη λέξη».

Ρωτάτε τι κοινά έχω μαζί του; Μια άλλη φορά θα σας πω…

¹ συνέντευξη στον Στράτο Κερσανίδη, ΕΠΟΧΗ (Φεβρουάριος 2025)

² κείμενο του Μανώλη Κρανάκη από το βιβλίο ΜΙΚΡΕΣ ΥΙΟΘΕΣΙΕΣ αφιέρωμα στο έργο του Σ. Ψυλλάκη που

εξέδωσε η ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΡΗΤΗΣ – ΠΥΞΙΔΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ το 2016.

³ συνέντευξη στον Γιάννη Γκροσδάνη, ΠΑΡΑΛΛΑΞΗ (Φεβρουάριος 2025)