ΣΜΙΛΕΜΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ
συνέντευξη στον/στην Γιάννης Γκροσδάνης · ΠΑΡΑΛΛΑΞΗ, 2025
ΣΜΙΛΕΜΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ συνέντευξη στον Γιάννη Γκροσδάνη (ΠΑΡΑΛΛΑΞΗ)
Ερωτήσεις & απαντήσεις Σταύρου Ψυλλάκη (Φεβρουάριος 2025)
Ο πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ένας Ελβετός οδοντίατρος. Τι ήταν αυτό που σας άγγιξε περισσότερο στην ιστορία του ώστε να αποτελέσει το έναυσμα να ασχοληθείτε κινηματογραφικά μαζί του;
Κεντρικά πρόσωπα της ταινίας είναι ο Ελβετός οδοντίατρος Julien Grivel και ο πρώην χανσενικός (λεπρός) Μανώλης Φουντουλάκης. Ο Julien για 26 χρόνια (1972-1998) ερχόταν δύο φορές το χρόνο στην Αθήνα (συχνά με τη σύζυγό του Christiane) και φρόντιζαν, δωρεάν, τα δόντια των χανσενικών στην «Αγία Βαρβάρα», στο Αιγάλεω. Με τον μπάρμπα Μανώλη γνωρίστηκαν στην «Αγία Βαρβάρα» και ανέπτυξαν μακροχρόνια φιλία. Αυτός στην ταινία με τις αφηγήσεις του μας μεταφέρει στην εποχή που οι λεπροί ήταν δημόσιος εχθρός και το κοινωνικό στίγμα που βίωναν πιο σκληρό από την ίδια την ασθένεια.
Σε αυτό το πλαίσιο συντελείται το μεγάλο εσωτερικό ταξίδι του Julien προς τη δική του Ιθάκη. Το περιγράφει στο βιβλίου του Ελλάδα, η δική μου Ιθάκη: «Ανακάλυψα την Ελλάδα από μία εξωτερική πρόσκληση που μετατράπηκε σε εσωτερικό ταξίδι μιας διαρκούς αναζήτησης. … Η σχέση μου με αυτή τη χώρα είναι πλούσια, βαθιά, διανοητική. Παρατήρησα ότι υιοθετώντας τη γλώσσα των Ελλήνων, υιοθέτησα ασυνείδητα και τη σκέψη τους. … μια εσωτερική κατάδυση σε μια χώρα που συνεχίζει να μου δίνει το «ωραίο ταξίδι…» (οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Και συνεχίζει μέσα: «… οι ασθενείς των οποίων έφτιαξα τα δόντια … με οδήγησαν βαθιά στο πνεύμα, τη σκέψη και τους ανθρώπους αυτής της θαυμαστής χώρας. Ο πρώτος υπεύθυνος αυτής της υπέροχης αποκάλυψης για μένα ήταν ο μπάρμπα Μανώλης που συνάντησα το 1973 στο νοσοκομείο. Νοσηλευόταν για υποτροπή της νόσου». … Αργότερα, στην Ελούντα, θα του πει: «Ξέρεις φίλε, από τις δοκιμασίες αυτές βγαίνει όμορφα σμιλεμένη η ψυχή του ανθρώπου».
Αυτό ήταν το έναυσμα να γνωρίσουμε τον Julien και το «ωραίο ταξίδι» με οδηγό μας τα λόγια του Σεφέρη: «Σ’ αυτό τον κόσμο που ολοένα στενεύει πρέπει να αναζητήσουμε τον Άνθρωπο όπου κι αν βρίσκεται».
Έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον ότι δεν εστιάζετε στην ίδια την ασθένεια των ηρώων αλλά στον ανθρώπινο παράγοντα, την αβεβαιότητα στη ζωή τους, την ευαισθησία που αναζητούν στις μικρές και μεγάλες στιγμές τους, τις δυσκολίες που βιώνουν και τις όποιες υπερβάσεις κάνουν με αφορμή την ασθένεια. Ήταν μια συνειδητή απόφαση αυτό;
Απολύτως και είναι επιλογή μας. Δεν εστιάζουμε ούτε στην ίδια την πράξη του Julien, παρά το μεγαλείο της, ούτε στη λέπρα και στον κοινωνικό αποκλεισμό των ασθενών. Αυτά είναι το πλαίσιο που μέσα του προσεγγίζω τα πρόσωπα που μ’ ενδιαφέρουν. Οι ταινίες μας δεν είναι για «θέματα» αλλά για πρόσωπα που με προσελκύουν και είναι διαθέσιμα για ένα ταξίδι μαζί τους στη γεωγραφία της ψυχής τους. Στις τελευταίες ταινίες, ΓΙΑ ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΟΥΣ, ΟΦΕΙΛΗ, ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ και ΣΜΙΛΕΜΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ, οι προσεγγίσεις των προσώπων επεξεργάζονται και μορφοποιούνται ακόμα περισσότερο. Ανθρωποκεντρικές συνήθως τις λένε. Ανθρωπογεωγρα-φίες τις χαρακτήρισε μια φίλη και μου άρεσε.
Πώς ήταν η αλληλεπίδρασή σας μαζί του κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων;
Τα γυρίσματα ήταν μια ονειρεμένη εμπειρία για όλους μας, ιδιαίτερα στην Κρήτη. Είμασταν συνέχεια μαζί και αυτό μας ένωσε πολύ. Μια παρέα που απολάμβανε αυτή την εμπειρία και το διασκέδαζε. Ξεχάστε όποιους συνειρμούς δημιουργεί (στους Έλληνες) η εικόνα :Ελβετοί, γιατρός, 80 χρονών και τρεις κρητικοί από την άλλη... (υπάρχει και συνέχεια)
Ο Julien σε όλη την ταινία μιλά άψογα και πολύ καλά ελληνικά. Παραδόξως(;) δεν υπάρχει αναφορά στο αρχαίο ελληνικό κλέος και φαίνεται σαν ο άνθρωπος να είχε εμπεδώσει αυτό που γράφει: «…υιοθετώντας τη γλώσσα των Ελλήνων, υιοθέτησα ασυνείδητα και τη σκέψη τους».
Με τον Κώστα και τον Μανώλη (ηχολήπτης και φωτογράφος) νοιώθαμε ότι η χαρά που δώσαμε σε αυτούς τους ανθρώπους και πήραμε κι εμείς βέβαια, ήταν ήδη κάτι σπουδαίο. Ας μην κάναμε καμιά ταινία στο τέλος (μέχρι τότε μόνο καλές προθέσεις είχαμε για χρηματοδότηση). Ήταν το ελάχιστο «ευχαριστώ» και εκ μέρους και των ασθενών τους. Δεν λέω και «εκ μέρους της χώρας». Τα πράγματα έχουν ονοματεπώνυμο.
Πώς δουλέψατε τη σχέση ανάμεσα στο αρχειακό υλικό της ταινίας και τις σύγχρονες λήψεις που κάνατε με τον Ζουλιέν;
Τον μπάρμπα Μανώλη δεν τον γνωρίσαμε. Πέθανε το 2010. Στην ταινία υπάρχει μέσω αρχειακού υλικού που πολύ γενναιόδωρα μας έδωσαν οι φίλοι και συνάδελφοι Θοδωρής Παπαδουλάκης και Σίλας Μιχάλακας. Τον τράβηξαν λίγο πριν πεθάνει για διαφορετικούς λόγους.
Το σενάριο και η ταινία ουσιαστικά έγιναν στο μοντάζ. Εκεί, η σχέση του σύγχρονου (Julien) και του αρχειακού υλικού (μπάρμπα Μανώλης) μας απασχολούσε διαρκώς και μέχρι το τέλος. Ήταν δύο πολύ δυνατές παρουσίες, οι αφηγήσεις τους καθηλωτικές και συχνά τραβούσαν την ιστορία προς τη «λέπρα». Ήθελε μεγάλη προσοχή γιατί δεν ήταν αυτό το θέμα μας. Εμείς σκιαγραφούμε το εσωτερικό ταξίδι του Julien, το σμίλεμα της ψυχής του μέσα από την εμπειρία που ζει και ο μπάρμπα Μανώλης σκιαγραφεί το πλαίσιο που αυτό συντελείται.
Στα γυρίσματα δεν είχαμε ιδέα για το τελικό σενάριο. Θυμάμαι τον Μανιάτη: «Δεν ξέρω, δεν ξέρω και για αυτό γράφω. Γιατί δεν κάθεσαι να γράψεις αυτά που ξέρεις, αυτά που δεν ξέρεις κάθεσαι να γράψεις». (ΓΙΑ ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΟΥΣ)
Οι λέξεις "σμίλευση" και "ψυχές" παραπέμπουν σε μια διαδικασία μεταμόρφωσης. Πιστεύετε ότι ο πρωταγωνιστής και οι ασθενείς "σμιλεύτηκαν" μέσα από αυτή την εμπειρία;
Για τους ασθενείς δεν μπορώ να μιλήσω, αρκούμε στα λόγια του μπάρμπα Μανώλη: «Ξέρεις φίλε, μέσα από αυτές τις δυσκολίες σμιλεύεται όμορφα η ψυχή του ανθρώπου».
Ο Julien στην ταινία λέει: «Πέρασα με αυτούς τους ανθρώπους στιγμές αιωνιότητας. Πολύ βαθιά. … Γνώρισα ανθρώπους ανάπηρους, νέους χωρίς ρυτίδες, που είχαν ήδη κατακτήσει μία μεγάλη σοφία. Είχαν μία ζωή διαλυμένη με μία βάρβαρη μοίρα αλλά ωστόσο παρέμειναν όρθιοι…». Και πριν τους ευχαριστήσει: «Ο τρόπος που πέρασα τη ζωή μου συνδέεται με τον τρόπο που γερνάω». Αυτό το σμίλεμα της ψυχής του «πρωταγωνιστή» μας είναι που παρακολουθούμε σε όλη την ταινία.
Αν υποθέσουμε ότι το γύρισμα κάθε ταινίας είναι μια μικρή περιπέτεια που διαμορφώνει (ή αν θέλετε σμιλεύει) μια νέα οπτική για τον δημιουργό της, υπήρξε κάποια προσωπική αλλαγή ή νέος τρόπος σκέψης στη δημιουργία αυτού του ντοκιμαντέρ;
Κάθε φορά ξεκινώντας δεν ξέρω τι θα κάνω. Υπάρχουν κάποιες αρχικές ιδέες αλλά, συνειδητά, δεν πηγαίνω με έτοιμο σενάριο. Η πραγματικότητα με τροφοδοτεί με πολύ πιο πλούσιο υλικό.
Στο μοντάζ ατέλειωτες ώρες αφομοίωσης του υλικού και εσωτερικής σιωπής, μπορεί κάπου να οδηγήσουν, να δεις λίγο φως. Είναι η ομορφιά της δημιουργίας. «Εγώ σκαλίζω και θα μου δείξει αυτό τι μορφή θα του δώσω» μου απάντησε ο Μιχάλης που σκάλιζε μια πέτρα στο Ψυχιατρείο Χανίων και τον ρώτησα τι κάνει (Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΝΟΧΛΗΣΕ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ).
Στις ΣΜΙΛΕΜΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ, στην αρχή βλέποντας το υλικό, έκπληκτος, μονολογούσα: «μα, αυτός δεν είναι Ψυλλάκης. Με ξεπερνάει». Έπρεπε να φτάσω στο ύψος αυτού που έβλεπα. Καλούσα ανθρώπους που αγαπώ και εκτιμώ, τους έδειχνα που είμαστε και περίμενα… Αυτοί, γοητευμένοι από τους «πρωταγωνιστές» μας, έφευγαν με πολύ καλές εντυπώσεις κι εγώ μέσα μου να τρώγομαι και να λέω όχι, δεν είναι ακόμα αυτό που πρέπει, θέλει κι άλλο. … Αυτά ζούσα μήνες.
Ό,τι έγινε, έγινε και θα κριθεί στις προβολές. Δεν ξέρω αν βγήκα πιο σοφός. Σίγουρα πάντως λάτρεψα ακόμα περισσότερο το ντοκιμαντέρ ως μυθοπλασία.
Υπήρχαν συγκεκριμένες στιγμές ή περιστατικά που σας συγκίνησαν ιδιαίτερα;
Έχει βραδιάσει και φεύγουμε με το βαν από τα Ανώγεια για τα Χανιά. Απολαύσαμε τις μαντινάδες και την παρέα του Γιαλαύτη στην πλατεία και το οφτό με τις τσικουδιές λίγο παραπάνω. Σε μεγάλη ευθυμία όλοι μας πειραζόμαστε. Οδηγεί ο Κώστας, δίπλα ο Μανώλης αγκαλιά με την κάμερα κι εγώ πίσω κρατάω το ρυθμό στο κέφι. Κάποια στιγμή γυρνάω γελώντας και λέω του Julien: Να ξέρεις, είσαστε με τρία ρεμάλια στο αμάξι. Νοιώθει ότι κάτι σημαντικό του είπα και ανοίγει αμέσως το λεξικό να βρει το «ρεμάλι». Τον σταματάω και αρχίζω να του εξηγώ σε απλά ελληνικά τι είναι το «ρεμάλι». Όταν έχει καταλάβει, εξηγεί και στην Christiane και σκάνε στα γέλια: Όχι, είμαστε πέντε ρεμάλια, μας λέει. Αυτοί είναι ο Julien και η Christiane. Η συνέχεια μια άλλη φορά…
Πώς πιστεύετε ότι η ιστορία του Ζουλιέν και των ασθενών της Αγίας Βαρβάρας συνδέεται με σημερινές καταστάσεις υγειονομικών κρίσεων και κοινωνικών αποκλεισμών; Πιστεύετε ότι η κοινωνία εξακολουθεί να στιγματίζει αρρώστιες όπως συνέβαινε με τη λέπρα στο παρελθόν;
Δυσκολεύομαι να πω κάτι που να μην είναι ανέξοδη, κοινότυπη, συνθηματολογία. Στα χρόνια μου άλλαξε σημαντικά ο χρόνος και η αποτελεσματικότητα της ιατρικής αντιμετώπισης τέτοιων θεμάτων. Για τη στάση της κοινωνίας απέναντι στους εκάστοτε «λεπρούς» δεν ξέρω αν έχει αλλάξει κάτι…
Θα ήταν πιο χρήσιμο να επαναλάβω τα λόγια του Julien στη Βιβλιοθήκη «Μ. Φ.»: «Πολύ μου αρέσει η βιβλιοθήκη επειδή ο κόσμος θα έπρεπε να είναι σαν βιβλιοθήκη, επειδή βλέπουμε τόσους πολλούς διαφορετικούς και αντιφατικούς τόμους που συνυπάρχουν και ανέχονται ο ένας τον άλλο, για την ομορφιά του κόσμου».
Η ταινία συμμετέχει στο Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα του 27ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και θα προβληθεί την Τετάρτη 12/3/2025 στις 20.00 στο ΟΛΥΜΠΙΟΝ (Πλατεία Αριστοτέλους) και την Πέμπτη 13/3/2025 στις 15.00 στην αίθουσα Τζον Κασαβέτης, Αποθήκη1, Λιμάνι.