ΟΦΕΙΛΗ
συνέντευξη στον Γιάννη Ζουμπουλάκη · ΤΟ ΒΗΜΑ, 2021
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ – ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
Ο τίτλος Οφειλή, αφορά μόνο την δική σας συναισθηματική κατάσταση προς τη μνήμη του Αλέκου Ζούκα ή παραπέμπει και κάπου αλλού;
Ο τίτλος ανήκει στον εκλεκτό φίλο και συνεργάτη, τον ποιητή Πάνο Κυπαρίσση (φίλο και του Αλέκου) που στην ταινία εκφωνεί τα ημερολόγια του Αλέκου. Τον υιοθέτησα αμέσως γιατί περιέχει όλα όσα θα ήθελα να εκφράζει η ταινία. Εκτός από μια ΟΦΕΙΛΗ στον φίλο μας είναι πρωτίστως μια ΟΦΕΙΛΗ απέναντι στον πλούτο ζωής και πληρότητας, που η συναναστροφή με αυτόν τον άνθρωπο μου έδωσε την ευκαιρία να ζήσω. Είναι ένα ευχαριστώ και μια ευγνωμοσύνη απέναντι στην ίδια τη ζωή, που κάποιες, λίγες, φορές έχουμε την τύχη να ζήσουμε γενναιόδωρα. Και η φιλία με τον Αλέκο ήταν κυρίως αυτό. Εμπειρίες και βιώματα που μένουν ανεξίτηλα μέσα μας και μας δημιουργούν, συγκροτούν το είναι μας, ανεξάρτητα από τη βιολογική πορεία του καθενός μας. Εκεί η μόνη κοινή βεβαιότητα είναι ο Θάνατος. Η ΟΦΕΙΛΗ είναι για τις στιγμές της ζωής που ερωτροπούμε με την Αθανασία.
Για να γίνει αυτή η ταινία, σημαίνει ότι αυτός ο άνθρωπος, για του οποίου το έργο δεν μιλάτε ιδιαίτερα, σας έχει επηρεάσει αφάνταστα και σε απολύτως προσωπική βάση. Θέλετε να μιλήσετε λίγο παραπάνω για αυτή την επιρροή;
Η ταινία πράγματι δεν είναι μια βιογραφία του Αλέκου. Αυτά που συνήθως γράφονται σ’ ένα βιογραφικό, εδώ δεν αναφέρονται καν. Ούτε υπάρχουν συνεντεύξεις με φίλους και ειδικούς. Το σενάριο τον αντιμετωπίζει σαν λογοτεχνικό «ήρωα» και μόνο. Μας μπερδεύει το γεγονός πως πρόκειται για ντοκιμαντέρ. Έτσι το πρόσωπο που σ’ ένα διήγημα θα το δεχόμασταν όπως η φαντασία του συγγραφέα το παρουσιάζει, εδώ το έχουμε μπροστά μας. Αυτό μας δημιουργεί μια αμηχανία και προκαλεί πολλές απορίες και ερωτήματα. Όμως ένα ντοκιμαντέρ μπορεί να κάνει τέτοιες επιλογές, άσχετα αν δεν το έχουμε συνηθίσει. Πόσα από τα ερωτήματα που εδώ μπορεί να έχουμε για τον «πραγματικό» Αλέκο, είχαμε για τον Ζορμπά όταν τελειώναμε το βιβλίο; Έχει καμιά σημασία πότε πέθανε; Αυτά που η σχέση τους πρόσφερε στον Καζαντζάκη και τόσο επιδέξια σκιαγραφεί ο συγγραφέας, είναι Αθάνατα.
Όταν μιλάμε για την επιρροή του Αλέκου πάνω μου δεν μιλάμε για επιρροή σε κάποιο γνωστικό αντικείμενο, για κάποια μαθητεία. Ο Αλέκος είχε πολλά και πλούσια ενδιαφέροντα, ήξερε και μελετούσε πολλά πράγματα, είχε βαθιά και στοχαστική θέαση της Ιστορίας. Τα περισσότερα τα αγνοούσα ή δεν ήταν στα δικά μου ενδιαφέροντα. Όμως δεν χόρταινα να τον ακούω, έναν δεινό αφηγητή και τερατολόγο, να μου διηγείται με πάθος όσα ήξερε ή αναζητούσε. Και να γνωρίζουμε ανθρώπους. Τα ταξίδια μας στο Θεσσαλικό κάμπο, τον οποίο εγώ αγνοούσα, με οποιαδήποτε αφορμή ή πρόφαση, ήταν αυτοσκοπός. Ήταν μια διαρκής μαθητεία στη ζωή δύο ισότιμων συνοδοιπόρων που ο ένας αγαπούσε και εκτιμούσε απεριόριστα τον άλλον, γι’ αυτό που ήταν και για το ήθος του. Δεν θυμάμαι ποτέ να πικραθήκαμε ή να παρείσφρησε μεταξύ μας η ιδιοτέλεια.
Άρα η ταινία δεν αφορά τον καρκίνο. Αυτός υπάρχει στο βάθος, είναι η αφορμή, το ντεκόρ αν θέλετε, για να ξεδιπλωθεί μπροστά μας το μεγαλείο του Αλέκου. Τα ταξίδια στην Πυρσόγιαννη και η συνέντευξη για τον καρκίνο, χωριστά στην αρχή βαθμιαία ενοποιούνται στην ταινία, γίνονται ένα και βλέπουμε τον ίδιο άνθρωπο πως ζει τη ζωή και την αρρώστια του…
Κάθε ταινία είναι μια προσωπική υπόθεση αυτού που την έφτιαξε, όμως εδώ ακόμα και το ίδιο το θέμα είναι προσωπική σας υπόθεση. Είναι λίγο σαν ένα μεγάλο γράμμα με εικόνες που στέλνετε σαν τελευταίο αντίο στον Ζούκα. Πως κάτι τέτοιο μπορεί να αφορά τον υπόλοιπο κόσμο;
Πράγματι αυτή η ταινία, φανερά τουλάχιστον, είναι μια προσωπική υπόθεση. Κινηματογραφεί εξίσου τον Αλέκο κι εμένα. Όμως, όσο περνούν τα χρόνια, πιστεύω πως κάθε ταινία κινηματογραφεί εξ ίσου τον δημιουργό και το θέμα του. Και πάντα είναι μια μυθοπλασία που ξεκινά από το πως βλέπει και βιώνει ο δημιουργός τη ζωή και τον κόσμο και βεβαίως από το τι προκαλεί η παρουσία του.
Είναι σαν ένα μεγάλο γράμμα στον φίλο μου που πάντα υπάρχει και είναι ζωντανός μέσα μου και στο οποίο προσπαθώ να αντιγράψω ή να μιμηθώ την αφηγηματική του δεινότητα και τις τερατολογίες του. Δεν είναι καθόλου το τελευταίο αντίο. Αυτό, βιολογικά τουλάχιστον, το γευτήκαμε μαζί, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου, και του χρωστώ αιώνια ευγνωμοσύνη γι’ αυτή τη στιγμή. Ήταν ό,τι περισσότερο με έκανε άνθρωπο…
Δεν ξέρω πως κάτι τέτοιο μπορεί να αφορά τον υπόλοιπο κόσμο. Είναι θέμα προσωπικής στάσης και δεν θέλω καθόλου να γίνω διδακτικός.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η επάρατη νόσος, ο καρκίνος, παίζει κάποιο ρόλο σε ταινία σας. Έχετε σκεφτεί ότι αυτό μπορεί να παρερμηνευθεί ως εμμονή και πως εξηγείται το γεγονός ότι βρίσκει συχνά θέση στο σενάριο;
Μπορεί ο καρκίνος να επανέρχεται συχνά στις ταινίες μου όμως ποτέ δεν είναι το θέμα μου. Στο βάθος μπορεί να μιλώ για το πως βιώνω τον θάνατο προσπαθώντας να τον ξορκίσω. Όμως τι άλλο κάνει η τέχνη ανά τους αιώνες από το να προσπαθεί να ξορκίσει τον θάνατο; Το μόνο που οντολογικά μας ανήκει… Ψελίζοντας και ακροβατώντας από τη μια αυταπάτη στην άλλη, προσπαθώ. Με επίγνωση πως και κάθε φορά, λέμε την αλήθεια που αντέχουμε και μπορούμε να πούμε.
Και μία απάντηση/σχόλιο στη δική σου επισήμανση για την ταινία «… αλλά και σχετική αρκετά με το ΜΕΤΑΞΑ.»
Καταρχήν υπάρχουν 2 κατηγορίες θεατών: αυτοί που έχουν δει το ΜΕΤΑΞΑ και αυτοί που δεν το έχουν δει. Για τη δεύτερη κατηγορία η ΟΦΕΙΛΗ είναι κάτι το αυτοτελές. Για την πρώτη κατηγορία έχεις δίκιο αλλά θα σου στείλω ένα διαδικτυακό διάλογο που είχα με μία κυρία που είδε το trailer.
Μου γράφει λοιπόν: «Όταν είδα το “Μεταξά ακούγοντας το χρόνο”, που πραγματικά είναι συγκλονιστική ταινία, ήθελα πάρα πολύ να μάθω τι ακολούθησε στην πορεία του συγκεκριμένου χαρακτήρα. Κύριε Ψυλλάκη δεν περίμενα να φτιάξετε ολόκληρη ταινία για να μου απαντήσετε! Αστειεύομαι φυσικά, αλλά κατά κάποιο τρόπο νιώθω σαν να μου απαντάτε.»
Και η δική μου απάντηση: «…Πολύ ωραία η ιδέα σας πως χρειάστηκε να κάνω ολόκληρη ταινία για να σας απαντήσω. Φοβάμαι όμως πως ούτε τώρα θα βρείτε απάντηση. Ο Αλέκος είναι ένα αερικό, ένας άγγελος αμαρτωλός και μην αναζητάτε “τι ακολούθησε στην πορεία του συγκεκριμένου χαρακτήρα”…»
Φαίνεται πως η παρουσία του Αλέκου στο ΜΕΤΑΞΑ, αν και σύντομη, ήταν πυκνή και ουσιαστική. Ίσως γι’ αυτό η ΟΦΕΙΛΗ να σου θυμίζει το ΜΕΤΑΞΑ. Θα σου εξομολογηθώ πως όταν προβάλαμε ένα πρώτο δοκιμαστικό μοντάζ της ταινίας, παρουσία του ίδιου και κάποιων από τους γιατρούς, στο τέλος μονολογούσα μέσα μου: μα τι έκανες; Μια ταινία για τον φίλο σου; Αυτό ήταν το θέμα σου; Γι’ αυτό σε χρηματοδότησαν;
Την επομένη πετσόκοψα αρκετά από τον Αλέκο και η ταινία πήρε τη μορφή που ξέρετε. Ίσως τότε να του είπα, κατ’ ιδίαν, ότι αργότερα θα κάνω άλλη ταινία με το δικό του υλικό. Αυτό μπορεί να είναι και τωρινή μου φαντασίωση. Η αλήθεια είναι πως τώρα και 10 χρόνια ήταν μια εκκρεμότητα μέσα μου.
Σε μία πρόταση τι ακριβώς ήταν αυτός ο άνθρωπος (και να μου δώσεις μερικές λεπτομέρειες γι’ αυτό);
Ένα αερικό που αν δεν υπήρχε έπρεπε να το εφεύρουμε για να κάνει πιο νόστιμη τη ζωή μας. Ένας άγγελος αμαρτωλός. Ο φίλος και σύντροφος για τις στιγμές της ζωής που ερωτροπούμε με την Αθανασία.