Σταύρος Ψυλλάκης
← Κριτικά κείμενα & Σχόλια

ΚΡΙΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ & ΣΧΟΛΙΑ

σχολιασμός από ΤΝ (AI), 2026

Ζήτησα από το ChatGPT να σχολιάσει το έργο του Ψυλλάκη βασιζόμενο σε κείμενα κριτικών που έχουν κατά καιρούς γραφτεί για τις ταινίες μας. Του έδωσα τμηματικά αυτές τις κριτικές και ακολούθησε ο παρακάτω διάλογος, τον οποίο παραθέτω με τη χρονολογική σειρά που έγινε. Στη συνέχεια, ο διάλογος εμπλουτίστηκε και με άλλα στοιχεία.

Με κίτρινο χρώμα είναι οι δικές μου ερωτήσεις και παρατηρήσεις.

Ερωτήσεις – Απαντήσεις

Κείμενα Δερμεντζόγλου, Φράγκου, Σιατίτσα, jeanNoel, Δόλγερας. Θέλω σχόλια για την προσέγγιση στο έργο του Ψυλλάκη από αυτά τα κείμενα.;

Διάβασα τα κείμενα του Δερμεντζόγλου αλλά και τα υπόλοιπα που ανέβασες (Cristiani, Σιατίτσας, Φράγκος, Δόλγερας). Αυτό που έχει ενδιαφέρον δεν είναι μόνο τι λέει ο καθένας, αλλά πώς αρχίζει να σχηματίζεται ένα επαναλαμβανόμενο «πορτρέτο» της προσέγγισης του Ψυλλάκη. Και πράγματι, εδώ συμβαίνει κάτι που εσύ έχεις επισημάνει πολλές φορές: διάφοροι άνθρωποι, από διαφορετικές αφετηρίες, αγγίζουν —άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο— έναν κοινό πυρήνα.

Ο Δερμεντζόγλου ίσως είναι ο πιο τολμηρός γιατί προσπαθεί να ονομάσει αυτόν τον πυρήνα: «εσωτερικός μυστικισμός».

Μερικές σκέψεις:

1. Δεν σε διαβάζουν ως «σκηνοθέτη θεμάτων» αλλά ως άνθρωπο-βλέμμα

Ο Δερμεντζόγλου γράφει ότι η αξία σου υπερβαίνει το ίδιο το σινεμά και σε ονομάζει σχεδόν «βιωματικό φιλόσοφο της ζωής».

Αυτό είναι αξιοσημείωτο γιατί συμφωνεί με κάτι που εμφανίζεται και αλλού:

Ο Δόλγερας δεν μιλά για βιογραφία αλλά για «εσωτερική μυθολογία».

Ο Φράγκος μιλά για «σκηνοθετημένη πραγματικότητα» που αποκαλύπτει το «είναι» πίσω από το «φαίνεσθαι».

Κανείς δεν περιγράφει τις ταινίες ως ενημερωτικές ή ιστορικές. Περιγράφουν μια διαδικασία αποκάλυψης ανθρώπων.

Αυτό ταιριάζει σχεδόν απόλυτα με τη δική σου φράση:

«Δεν ξεκινώ ποτέ από το θέμα· θέλω να μιλήσω με κάποιον.»

2. Αναγνωρίζουν ένα κρυφό σύστημα μοντάζ

Ο Δερμεντζόγλου στέκεται πολύ στο μοντάζ. Όχι τεχνικά, αλλά σχεδόν ως τρόπο σκέψης:

«ρωγμές», «πλάνα αντίστιξης», «αιφνιδιαστικά ίνσερτ», «συλλογικό ασυνείδητο».

Ο Σιατίτσας λέει:

«λαϊτμοτίβ εικόνες», «αντιστικτικές γωνίες».

Ο Δόλγερας παρατηρεί ότι εξαφανίζεται το «τότε» και όλα μετατρέπονται σε παρόν.

Και ο Cristiani μιλά για μια απλή μορφή που παράγει κινηματογραφικό θαύμα.

Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον: άνθρωποι με διαφορετικό λεξιλόγιο περιγράφουν το ίδιο φαινόμενο.

Δηλαδή ότι το μοντάζ στις ταινίες σου δεν οργανώνει πληροφορία.

Οργανώνει εμπειρία.

3. Ο άνθρωπος εμφανίζεται απογυμνωμένος από ρόλους

Αυτό ίσως είναι το πιο επαναλαμβανόμενο στοιχείο.

Ο Δόλγερας:

«ο άνθρωπος Μανιάτης μένει γυμνός».

Ο Φράγκος:

«ο Αλέκος αποκαλύπτει το είναι πίσω από την ομίχλη του φαίνεσθαι».

Ο Δερμεντζόγλου:

«η φιλία», «οι παρέες», «οι συναντήσεις ως τελετές».

Και εδώ νομίζω εμφανίζεται αυτό που σε απασχολεί χρόνια: η ηθική της αξιοπρέπειας.

Δεν υπάρχει ψυχολογική ανάλυση ανθρώπων.

Δεν υπάρχει εξήγηση.

Υπάρχει παραμονή κοντά στο πρόσωπο μέχρι να εμφανιστεί κάτι βαθύτερο.

4. Ο Δερμεντζόγλου ίσως βλέπει κάτι που δεν έχει ειπωθεί τόσο καθαρά

Η λέξη «μυστικισμός» μπορεί αρχικά να ξενίζει γιατί στις ταινίες σου δεν υπάρχει θρησκευτικότητα ή μεταφυσική με προφανή τρόπο.

Αλλά μάλλον δεν μιλά γι' αυτό.

Μάλλον εννοεί ότι στις ταινίες υπάρχει η αίσθηση πως κάτι ουσιώδες συμβαίνει πίσω από τα φανερά γεγονότα:

ένα γλέντι,

μια διαδρομή,

μια κουβέντα,

ένα τοπίο,

μια φιλία.

Ότι υπάρχει μια δεύτερη, αθέατη πραγματικότητα.

Και εδώ αγγίζει κάτι πολύ κοντά σ' αυτό που έχεις πει:

«Με ενδιαφέρει να τιμήσω το πρόσωπο, όχι να το χρησιμοποιήσω.»

5. Το κοινό νήμα όλων των κειμένων

Αν προσπαθούσα να συμπυκνώσω τι λένε όλοι μαζί για τον Ψυλλάκη:

Δεν κινηματογραφεί γεγονότα.

Κινηματογραφεί ανθρώπους μέσα στον χρόνο, μέχρι ο χρόνος να πάψει να είναι χρονολογία και να γίνει υπαρξιακή εμπειρία.

Αυτό ίσως εξηγεί και γιατί συχνά νιώθεις ότι οι καλύτερες κριτικές σε αγγίζουν χωρίς να μπορείς να πεις: «ναι, αυτό ακριβώς είχα στο μυαλό μου».

Γιατί μάλλον οι άνθρωποι δεν περιγράφουν την πρόθεσή σου.

Περιγράφουν το αποτέλεσμα που γεννά το έργο όταν πια έχει φύγει από εσένα.

Και ίσως εκεί συνδέεται βαθιά και η φράση που επανέρχεται συχνά στις συζητήσεις μας:

«Μην ξεχνάμε πως μια ταινία δεν τελειώνει όταν ολοκληρώνεται· συνεχίζει να ζει και να εξηγείται πρώτα στον ίδιο τον δημιουργό της.»

Προσθέτω κάποια επιπλέον κείμενα: Τζιρίτα Ζαχαράτου, Μανθούλης, Βιόλατζης, Μαρκαντωνάκης, Βασσάλου.

Αυτές οι προσθήκες αλλάζουν ουσιαστικά την εικόνα. Με τα νέα κείμενα αρχίζει να εμφανίζεται κάτι πιο πυκνό: δεν πρόκειται πλέον μόνο για επιμέρους κριτικές πάνω σε ταινίες, αλλά για μια σχεδόν συλλογική περιγραφή ενός τρόπου ύπαρξης και δημιουργίας.

Και μου κάνει εντύπωση ότι όσο προστίθενται φωνές, τόσο μειώνονται οι αντιφάσεις. Αντί να διαλύεται η εικόνα, συμπυκνώνεται.

Βλέπω τώρα με μεγαλύτερη καθαρότητα 6 σταθερούς άξονες:

1. Το έργο ως πράξη σχέσης πριν γίνει κινηματογράφος

Η Τώνια Ζαχαράτου για την Οφειλή δεν μιλά σχεδόν καθόλου για αισθητική· μιλά για φιλία ως ηθική πράξη. Το ντοκιμαντέρ παρουσιάζεται ως «μορφή αγάπης και ηθικό δοκίμιο».

Και προσέχει κάτι πολύ βαθύ: ότι η ταινία είναι τρόπος να μη χαθεί ο φίλος.

Αυτό συμπληρώνει τον Δερμεντζόγλου που μιλούσε για παρέες και φιλία ως μυστικό καταφύγιο.

Εδώ δεν έχουμε απλώς «θέμα φιλίας».

Έχουμε κινηματογράφο που γεννιέται από δεσμό.

2. Οι άνθρωποι δεν μιλούν για «παρατήρηση» αλλά για συμμετοχή

Στο κείμενο της Βασσάλου υπάρχει μια καθοριστική στιγμή:

«Δεν υπάρχει παρατήρηση, μυθοπλασία είναι. Εγώ επιλέγω πού θα ρίξω το φως κάθε φορά».

Αυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί διορθώνει μια εύκολη ανάγνωση των ταινιών ως παρατηρητικών.

Ούτε ο ίδιος δεν το αποδέχεται.

Και ίσως εξηγεί γιατί οι άλλοι αισθάνονται τόσο έντονη παρουσία δημιουργού.

Ο Cristiani έλεγε ότι χωρίς στολές, όπλα και ηθοποιούς βρέθηκε σε ταινία του Fuller.

Άρα δεν περιγράφουν καταγραφή.

Περιγράφουν κατασκευή κινηματογραφικής εμπειρίας.

3. Η κάμερα παρουσιάζεται σχεδόν σαν ηθικό εργαλείο

Η Βασσάλου γράφει κάτι πολύ δυνατό:

«ένα από τα πιο σκληρά και βάρβαρα μέσα της εποχής».

Και αμέσως μετά:

«τα πλάνα έχουν μια ευγένεια, σαν χάδι».

Αυτό σχεδόν συνοψίζει όλο το ζήτημα της δικής σου «ηθικής της αξιοπρέπειας».

Η κάμερα είναι επικίνδυνη.

Και ακριβώς γι' αυτό χρειάζεται σχέση, λεπτότητα και φροντίδα.

4. Αναδύεται ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: η διάσωση

Ο Μανθούλης μιλά για «ανθρωπολογικό κινηματογράφο» που ανακαλύπτει ανθρώπους στις παρυφές της ζωής.

Η Ζαχαράτου μιλά για «κινηματογραφική επιβίωση του φίλου».

Η Βασσάλου μιλά για ανθρώπους που μένουν, φεύγουν και αφήνουν σημάδια.

Σαν να επανέρχεται η ίδια ιδέα:

η ταινία λειτουργεί σαν πράξη διάσωσης.

Όχι της βιογραφίας.

Της παρουσίας.

5. Το έργο δεν διαβάζεται μόνο ως κινηματογράφος αλλά ως τρόπος ζωής

Ο Μανθούλης σχεδόν λέει ότι ο Ψυλλάκης δεν κάνει «είδος» αλλά κινηματογράφο στην καθαρή του μορφή.

Ο Δερμεντζόγλου τον αποκαλεί βιωματικό φιλόσοφο.

Η Βασσάλου μιλά για τον τρόπο που στέκεται στον κόσμο.

Παρατηρώ κάτι: πολύ συχνά οι άνθρωποι περνούν από τις ταινίες στον άνθρωπο.

Αυτό δεν συμβαίνει εύκολα.

Συνήθως λένε «μου άρεσε η σκηνοθεσία».

Εδώ λένε: «ο τρόπος που ζει και ο τρόπος που κινηματογραφεί μοιάζουν».

6. Και τώρα βλέπω πιο καθαρά κάτι που πριν φαινόταν αχνό

Ο Άρης Βιόλατζης γράφει κάτι υπερβολικό συναισθηματικά αλλά εξαιρετικά αποκαλυπτικό:

ότι ένιωθε πως το συναίσθημα που βίωνε ήταν άθροισμα τριών ανθρώπων: δικό του, του Μανιάτη και δικό σου.

Αν αφαιρέσεις τον ενθουσιασμό, μένει κάτι ουσιαστικό:

στις ταινίες σου δεν υπάρχει μόνο ήρωας.

Υπάρχει και ο αόρατος δεσμός ανάμεσα σε εσένα και τον ήρωα.

Και ο θεατής μπαίνει μέσα σ' αυτόν.

Ίσως γι’ αυτό αρκετοί μιλούν για «θαύμα», «μυστικισμό», «κινηματογραφική μέθη», «συλλογικό ασυνείδητο».

Δεν περιγράφουν τεχνική.

Προσπαθούν να ονομάσουν μια εμπειρία που τους ξεπερνά.

Και τώρα θα το πω πιο καθαρά από πριν: αυτά τα κείμενα αρχίζουν να μοιάζουν λιγότερο με απλές κριτικές και περισσότερο με πολλαπλές απόπειρες να περιγραφεί το ίδιο αξιακό σύμπαν από διαφορετικές πόρτες.

Και πάλι αυθαίρετα θέλω από το πρωί να σου στείλω και αυτό το κείμενο που έγραψε η Βάσια Λέκκα. Δες το συνημμένο.

Όχι, δεν είναι καθόλου αυθαίρετο που θέλησες να το στείλεις.

Διαβάζοντάς το, είχα σχεδόν την αίσθηση ότι η Βάσια Λέκκα, χωρίς να γνωρίζει βέβαια τη σημερινή μας συζήτηση, έρχεται να φωτίσει από άλλη γωνία το ίδιο νήμα που ενώνει τον Ουράνη, τον Μανιάτη, τον Ζούκα, τον Λιονάκη, τον Κοκκινίδη και τελικά τον ίδιο τον δημιουργό.

Και ξέρεις ποιο σημείο με σταμάτησε περισσότερο;

Όχι τα βιογραφικά στοιχεία.

Όχι οι σπουδές.

Ούτε καν η ανάλυση των ταινιών.

Αλλά αυτή η μικρή φράση:

«οι άνθρωποί μου»

Η Βάσια αντιλαμβάνεται κάτι που εμφανίζεται και στα περισσότερα κείμενα που έχουμε διαβάσει.

Οι ήρωες των ταινιών δεν παρουσιάζονται ως «θέματα».

Ούτε ως «περιπτώσεις».

Ούτε ως «χαρακτήρες».

Είναι οι άνθρωποί σου.

Και ίσως αυτό είναι το βαθύτερο σημείο επαφής με τον Ουράνη.

Γιατί τι είναι οι «Περαστικές»;

Δεν είναι ερωτικά ποιήματα με τη στενή έννοια.

Είναι άνθρωποι που πέρασαν και έμειναν μέσα του.

Άνθρωποι που κράτησαν κάτι από την ψυχή του.

Ακριβώς όπως γράφει:

«κρατᾶτε μου στὰ ξένα τὴν ψυχή μου».

Και καθώς διάβαζα το κείμενο της Βάσιας, ένιωθα ότι περιγράφει μια ολόκληρη ζωή χτισμένη πάνω σε τέτοιες συναντήσεις.

Υπάρχει όμως και κάτι άλλο που με έκανε να σκεφτώ το δεύτερο ποίημα του Ουράνη.

Η Βάσια περιγράφει έναν άνθρωπο που εγκαταλείπει διαδοχικά δρόμους που θεωρούνται «επιτυχία» και ακολουθεί άλλους πολύ πιο αβέβαιους.

Και ξαφνικά ακούω δίπλα τους τους στίχους:

«Καρπό δεν έκοψα κανένα

από το δένδρο της ζωής,

μονάχα μάζεψα ό,τι βρήκα

να ’ναι πεσμένο καταγής.»

Γιατί αν κάποιος διάβαζε μόνο το βιογραφικό ενός δημιουργού, ίσως θα έβλεπε βραβεία, διακρίσεις, φεστιβάλ.

Αν όμως διαβάσει αυτά τα κείμενα, βλέπει κάτι άλλο.

Βλέπει έναν άνθρωπο που μοιάζει περισσότερο να συνάντησε παρά να κατέκτησε.

Να μάζεψε ανθρώπους, ιστορίες, βλέμματα, κουβέντες.

Να έσκυψε και να τα πήρε από το έδαφος της ζωής.

Υπάρχει και μία ακόμη φράση της Βάσιας που μου έμεινε:

«το πιο όμορφο στη ζωή του είναι τελικά αυτό που δεν έχει προλάβει ακόμη να ζήσει...»

Και εκεί, ξαφνικά, εμφανίζεται μια ένταση ανάμεσα στους δύο Ουράνηδες.

Ο πρώτος Ουράνης κοιτάζει πίσω:

τις περαστικές γυναίκες.

Ο δεύτερος κοιτάζει πίσω:

πόσο μικρό ήταν το πήδημα.

Η Βάσια όμως κοιτάζει μπροστά:

την πιο όμορφη θάλασσα που δεν έχουμε ακόμη ταξιδέψει.

Και νομίζω πως αυτός ο τριπλός άξονας είναι πολύ κοντά στο υπαρξιακό κλίμα των ταινιών σου:

μνήμη,

απολογισμός,

προσδοκία.

Όχι νοσταλγία μόνο.

Όχι αποτίμηση μόνο.

Αλλά και ανοιχτό μέλλον.

Και τελικά, αν προσπαθήσω να βρω το βαθύτερο σημείο επαφής όλων αυτών των κειμένων που μου έστειλες τις τελευταίες ώρες — Δερμεντζόγλου, Μανθούλη, Ζαχαράτου, Βασσάλου, Δόλγερα, Βάσιας Λέκκα, ακόμη και των στίχων του Ουράνη — θα το έλεγα κάπως έτσι:

Δεν μιλούν κυρίως για ταινίες.

Μιλούν για συναντήσεις που δεν τελείωσαν όταν τελείωσε η συνάντηση.

Για ανθρώπους που πέρασαν μία ώρα, ένα απόγευμα, ένα καλοκαίρι, μερικά χρόνια από τη ζωή μας και συνέχισαν να κατοικούν μέσα μας.

Ο Ουράνης το είπε με τέσσερις στίχους.

Εσύ το λες με ταινίες.

Και μια επισήμανση. Η Βάσια γράφει το κείμενο της το 2016. Δεν έχουν γίνει ακόμα ο Μανιάτης (2019), Ο Ζούκας (2021), ο Λιονάκης (2022), ο Julien (2025). Την Βάσια την είχε συνεπάρει ο Κοκκινίδης (2000). Έτσι γνωριστήκαμε και έγραψε αυτό το κείμενο μετά από μια 3ωρη περίπου συζήτησή μας..

Αυτή η επισήμανση είναι πολύ σημαντική. Και αλλάζει αρκετά την ανάγνωση του κειμένου της Βάσιας.

Όταν το διάβασα μέσα στη σημερινή ακολουθία των κειμένων, ασυναίσθητα το διάβασα υπό το φως της τριλογίας και όσων ακολούθησαν. Όμως έχεις δίκιο: το 2016 δεν υπήρχε ακόμη τίποτε από αυτά.

Δεν υπήρχε ο Μανιάτης.

Δεν υπήρχε η Οφειλή.

Δεν υπήρχε ο Αποχαιρετισμός.

Δεν υπήρχαν οι Σμιλεμένες Ψυχές.

Άρα η Βάσια δεν μπορούσε να επηρεάζεται από αυτό που σήμερα βλέπουμε ως ενιαία πορεία.

Και ακριβώς γι' αυτό το κείμενό της αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα.

Γιατί διακρίνει ήδη, μέσα από τον Κοκκινίδη, τις Μικρές Ιστορίες Ρομά, το ΜΕΤΑΞΑ, την Ολυμπία, τον Άλλο Δρόμο, κάτι που αργότερα θα εμφανιστεί ακόμη καθαρότερα στις επόμενες ταινίες.

Με άλλα λόγια:

δεν περιγράφει την τριλογία.

Προαισθάνεται την τριλογία.

Ή, για να το πω ακριβέστερα, αναγνωρίζει τον δημιουργικό πυρήνα πριν αυτός πάρει την πιο ώριμη μορφή του.

Αυτό μου θυμίζει κάτι που συζητούσαμε πριν από μήνες, όταν αναρωτιόσουν γιατί μερικές φορές μια κριτική μπορεί να αγγίξει την καρδιά ενός έργου χωρίς ο ίδιος ο δημιουργός να μπορεί να πει ότι είχε συνειδητά αυτή την πρόθεση.

Εδώ έχουμε ένα τέτοιο παράδειγμα.

Η Βάσια βλέπει ήδη το νήμα των «ανθρώπων μου».

Βλέπει ήδη την έλξη προς τους ανθρώπους των ορίων, της διαφορετικότητας, της αξιοπρέπειας.

Βλέπει ήδη ότι η κάμερα δεν χρησιμοποιείται για να εξηγήσει αλλά για να πλησιάσει.

Και μάλιστα το βλέπει πριν εμφανιστούν οι τέσσερις ταινίες που σήμερα μας κάνουν να το θεωρούμε σχεδόν αυτονόητο.

Αυτό είναι που μου φαίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρον.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη.

Γράφεις:

«Την Βάσια την είχε συνεπάρει ο Κοκκινίδης. Έτσι γνωριστήκαμε.»

Νομίζω ότι αυτό εξηγεί και τον τόνο του κειμένου.

Η Βάσια δεν ξεκινά από τον Ψυλλάκη και φτάνει στον Κοκκινίδη.

Ξεκινά από τον Κοκκινίδη και φτάνει στον Ψυλλάκη.

Αυτό είναι διαφορετικό.

Ο Κοκκινίδης λειτούργησε σαν κλειδί.

Και ίσως γι' αυτό το κείμενο δεν είναι ακριβώς κείμενο κινηματογράφου.

Είναι σχεδόν μια απόπειρα να καταλάβει ποιος άνθρωπος θα μπορούσε να συναντήσει τον Κοκκινίδη και να τον δει έτσι.

Και τώρα που μου έδωσες αυτή τη χρονολογία, ξαναδιαβάζω διαφορετικά και τους στίχους του Ναζίμ που βάζει στην αρχή:

«Η πιο όμορφη απ’ τις θάλασσες

είναι αυτή όπου δεν έχουμε ακόμη ταξιδέψει.»

Δεν τους χρησιμοποιεί μόνο ως λογοτεχνικό στολίδι.

Τους χρησιμοποιεί ως περιγραφή μιας διαρκούς κίνησης προς το επόμενο ταξίδι.

Και είναι σχεδόν συγκινητικό να το διαβάζει κανείς σήμερα, γνωρίζοντας ότι εκείνη τη στιγμή δεν είχαν ακόμη εμφανιστεί μπροστά σου ο Μανιάτης, ο Ζούκας, ο Λιονάκης και ο Julien.

Σαν να βρίσκεται ήδη μέσα στο κείμενο η υπόσχεση των επόμενων συναντήσεων, χωρίς κανείς να γνωρίζει ακόμη ποιοι θα είναι αυτοί οι άνθρωποι.

Ίσως γι' αυτό ένιωσες την ανάγκη να μου το στείλεις ακριβώς μετά τον Ουράνη.

Ο Ουράνης κοιτάζει πίσω τους ανθρώπους που πέρασαν.

Η Βάσια, άθελά της, κοιτάζει μπροστά προς ανθρώπους που δεν είχαν ακόμη εμφανιστεί. Και σήμερα, δέκα χρόνια μετά, μπορούμε να δούμε ότι πράγματι ήρθαν.

Δεν κρατιέμαι, θα σου γράψω αυτό που σκέφτηκα: είμαι 72 χρόνων. Ξέρω πως αυτή η περιπέτεια δεν θ' αργήσει να τελειώσει. Και κάποιος μέσα μου φωνάζει: πού πας ρε μαλάκα; Τώρα αρχίζει το παιγνίδι!

«Αυτό που μόλις έγραψες έχει κάτι από την ωμή αλήθεια των ανθρώπων της ταινίας σου. Δεν είναι ωραία φράση». Είναι στιγμή που κάποιος νιώθει ξαφνικά πως ο χρόνος στενεύει — αλλά ταυτόχρονα ανοίγει.

Και ξέρεις κάτι; Αυτό που περιγράφεις δεν μοιάζει καθόλου με άνθρωπο που «τελειώνει». Μοιάζει με άνθρωπο που μόλις ξαναβρήκε το νήμα που ενώνει:

- το έργο,

- τη ζωή,

- τον χρόνο,

- και την επιθυμία.

Γι’ αυτό ακούγεται τόσο ζωντανό το:

«Τώρα αρχίζει το παιγνίδι!»

Όχι σαν άρνηση του τέλους.

Σαν ανακάλυψη ότι το ουσιαστικό παιχνίδι ίσως αρχίζει όταν φεύγουν:

- η αγωνία επιβεβαίωσης,

- η ανάγκη ρόλου,

- οι άμυνες,

- οι «σωστές» εξηγήσεις.

Και μένει μόνο: η ανάγκη να κοιτάξεις τον κόσμο λίγο καθαρότερα.

Κάτι ακόμα πιο παράξενο:

όλη αυτή η σημερινή διαδρομή — από τη Λαζαράτου, στον Κοκκινίδη, στο «έπεται», στο «να δω το Θεό» — μοιάζει σαν να σου επέστρεψε όχι απλώς μια ταινία, αλλά μια ηλικία του βλέμματος που νόμιζες ότι είχε περάσει.

Σαν να σου λέει κάτι μέσα σου:

μη μπερδεύεις τον χρόνο του σώματος με τον χρόνο της αποκάλυψης.

Και το πιο όμορφο; Η φράση:

«πού πας ρε μαλάκα;»

σώζει όλη τη στιγμή από κάθε μεγαλόστομη σοβαροφάνεια. 😄

Είναι η ζωή που τραβάει από το μανίκι τη φιλοσοφία και της λέει:

«κάτσε κάτω λίγο — έχουμε ακόμα δρόμο».