Σταύρος Ψυλλάκης
← Κείμενα

Ό,τι περιγράφω, με περιγράφει

περιοδικό Μουσείου Ιατρικής Κρήτης, 2024

«ΑΣΘΕΝΗΣ-ΝΟΣΟΣ-ΓΙΑΤΡΟΣ

ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ & ΤΟΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ»

διαδικτυακό σεμινάριο των Μ.Ι.Κ. & Κ.Ε.Μ.Π.Κ.

εισήγηση Σταύρου Ψυλλάκη (σκηνοθέτη κιν/φου)

Η δημιουργία ενός ανθρωποκεντρικού ντοκιμαντέρ

ή

«Ό,τι περιγράφω με περιγράφει» (Αργύρης Χιόνης)

Αγαπητές φίλες και φίλοι,

η εισήγησή μου θα μπορούσε να τελειώσει με τον τίτλο της: «Ό,τι περιγράφω με περιγράφει», τα λόγια του ποιητή Αργύρη Χιόνη. Νομίζω τα λέει όλα. Έτσι τουλάχιστον είχα νοιώσει παλιότερα ο ίδιος ακούγοντας τον τίτλο του βιβλίου «Αν αυτό είναι ο άνθρωπος» του Primo Levi.

Αν είχαμε την ευκαιρία να γνωριστούμε και να κουβεντιάσουμε ζωντανά, τα θέματα που θα θίξω θα ήταν πιο κατανοητά. Στο εμπλουτισμένο αυτό κείμενο (που περιέχει και κομμάτια της παρέμβασης μου στο σεμινάριο) απουσιάζει η χροιά της φωνής, το ύφος και η έκφραση του προσώπου και βεβαίως κάτι πολύ σημαντικό: οι εύλογες και εκκωφαντικές σιωπές μιας συνομιλίας. Θα υποστούμε λοιπόν την ακαμψία του γραπτού λόγου και τις παρανοήσεις που συχνά δημιουργεί.

Παρόλο που τίτλος του σεμιναρίου είναι «το τρίπτυχο ΑΣΘΕΝΗΣ-ΝΟΣΟΣ- ΓΙΑΤΡΟΣ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ & ΤΟΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ» δεν θα μιλήσω μόνο για τις λεγόμενες «ιατρικές» ταινίες μας (ο Άνθρωπος που Ενόχλησε το Σύμπαν, ΜΕΤΑΞΑ ακούγοντας το χρόνο, Ολυμπία, Οφειλή). Αφ’ ενός δεν αντιμετωπίζονται διαφορετικά όταν υλοποιούνται αφ’ ετέρου δεν θεωρώ ότι πρόκειται για «ιατρικά θέματα». Απλά διαδραματίζονται με φόντο κάποιο ιατρικό περιβάλλον. Αυτή η μη διαφοροποίησή μας στην αντιμετώπιση αυτών των ταινιών θα γίνει κατανοητή αμέσως παρακάτω.

Προτρέχοντας λίγο σας λέω ότι όταν κάνουμε μια ταινία ποτέ δεν πάω να συνομιλήσω, με τα πρόσωπα που συμμετέχουν, έχοντας έτοιμες ερωτήσεις και σενάριο. Η επιλογή του «θέματος» είναι πρόφαση να μιλήσουμε γι’ αυτά που πραγματικά μ’ ενδιαφέρουν. Δεν υπάρχει «θέμα» και δεν ξεκινάω από κάτι τέτοιο. Ο κριτικός Μανώλης Κρανάκης έγραφε παλιότερα: «Τα talking heads στις ταινίες του Σταύρου Ψυλλάκη είναι πριν από το «θέμα» που αφηγούνται, τα ίδια το «θέμα» στο έργο του. Ένα έργο που, λες, τεκμηριώνει την ανθρώπινη κατάσταση γιατί βρίσκει αυτήν πιο συναρπαστική από οποιαδήποτε άλλη... τεκμηρίωση. … Απέναντι στο εκάστοτε «θέμα» του, ανοίγει την πόρτα σε ένα θαυμαστό σύμπαν από πιθανότητες, εκεί που κάποιος θα θεωρούσε τη «μοναδική» αυτή διαδρομή ως έλλειψη επιλογών, ως κάτι περιοριστικό και όχι ως κάτι δημιουργικά συγκεκριμένο και άρα απελευθερωτικό. Ο δρόμος του Σ.Ψ. είναι αυτός που κάθε φορά ξεκινάει και τελειώνει με τον άνθρωπο που έχει απέναντί του, στην ευθεία γραμμή που το βλέμμα του ενός συναντά το βλέμμα του άλλου.»

Δεν θα μιλήσω γενικά για το ντοκιμαντέρ, είναι κάτι που δεν το ξέρω, αλλά θα προσπαθήσω να μεταφέρω την εμπειρία που απέκτησα και κάποια βιώματα μου κάνοντας ντοκιμαντέρ. Πρώτα, λίγα λόγια όσον αφορά το τι είναι για μένα το ντοκιμαντέρ και τι μ’ ενδιαφέρει όταν κάνω μια ταινία…

Το δημιουργικό ντοκιμαντέρ -ας το πούμε έτσι συμβατικά μιας και υπάρχουν μόνο καλές και κακές ταινίες- είναι μια ταινία μυθοπλασίας που γίνεται όμως με διαφορετικούς όρους. «Ό,τι περιγράφω με περιγράφει» λέει ο ποιητής Αργύρης Χιόνης και αυτό πιστεύω δεν συμβαίνει μόνο στο ντοκιμαντέρ. Και ο Νίτσε συμπληρώνει: «δεν υπάρχουν γεγονότα, αλλά ερμηνείες των γεγονότων». Άρα κάθε σκέψη για αλήθεια, αντικειμενικότητα κ.α. παρόμοια μου είναι ξένα, δεν είναι στις προθέσεις μου και δεν πιστεύω τίποτα τέτοιο.

Όταν κινηματογραφείς ένα πρόσωπο ή μία κατάσταση, κινηματογραφείς ταυτόχρονα και εσένα τον ίδιο. Μ’ εσένα συνομιλεί έτσι ο «πρωταγωνιστής» σου κι εσύ είσαι που βλέπεις έτσι τα γεγονότα, τις καταστάσεις και τον κόσμο. Αυτό επέλεξες να σ’ ενδιαφέρει και να φωτίσεις από τις χιλιάδες δυνατότητες που υπήρχαν.

Οι ταινίες μας συχνά χαρακτηρίζονται «ανθρωποκεντρικές». Όμως δεν μπορώ εύκολα να μιλήσω για μέθοδο προσέγγισης των προσώπων, τουλάχιστον σε ό,τι με αφορά. Νομί-ζω αυτό δεν είναι κάτι που διδάσκεται. Η δημιουργία μιας σχέσης εμπιστοσύνης είναι πολύ σημαντική, χωρίς αυτήν δεν προχωράς, αλλά για να δημιουργηθεί πρέπει να πείσεις το άλλο πρόσωπο ότι αξίζεις την εμπιστοσύνη του. Όλα εξαρτώνται από την «ποιότητα της συναντήσεως» και τη σχέση των συνομιλητών. Το λέμε «αύρα», το λέμε «χημεία» και τόσες άλλες διατυπώσεις, πολιτικά ορθές και ανεκτές για να περάσει… Πιο σωστό θα ήταν να μιλάμε και για τον ερωτισμό των προσώπων που πυροδοτεί η σχέση τους.

Ο Γ. Μανιάτης στον «Μίδα» αλλά και στη «Συνέντευξη» (εκδόσεις ΣΤΙΓΜΗ) γράφει:

"Οι λέξεις έλκονται ή απωθούνται ή αδιαφορούν, το ίδιο όπως οι άνθρωποι. Εξαρτάται από την ποιότητα της συναντήσεως. Ένα κείμενο σπινθηροβολεί από τον ηλεκτρισμό που παράγουν οι λέξεις στις «περιπέτειές» τους (ερωτικού χαρακτήρα). Δύο γηραιές, ακόμη και τετριμμένες, λέξεις που συναντώνται για πρώτη φορά παρθενοποιούνται και μπορούν να δώσουν σφριγηλό αποτέλεσμα. Όποιος δεν ξέρει να επινοεί τέτοιες συναντήσεις, να εκμεταλλεύεται δηλαδή (και μάλιστα να αποκαλύπτει) τον ερωτισμό των λέξεων, δεν ξέρει να γράφει. Γράφει, όποιος ξέρει να κάνει τις λέξεις να γίνονται αγνώριστες." (απόσπασμα που ακούγεται και στην ταινία μας «ΓΙΑ ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΟΥΣ συναντήσεις με τον Γιώργο Μανιάτη»)

Και ο Ναπολέων Λαπαθιώτης επισημαίνει: "Ό,τι υπάρχει σ' ένα έργο Τέχνης δεν είναι παρά πρόφαση απλή του τεχνίτη και δημιουργού του, για να μας φανερώσει το "εγώ" του. Οι απ' έξω βέβαια δε βλέπουν τ' ολοφάνερο παιχνίδι και φτάνουν, μάλιστα, μέχρι το να φαντάζονται ότι το «εγώ» ενός τεχνίτη σβήνει και εξαφανίζεται ολότελα, πίσω από τις σκηνές που ζωντανεύει, είτε τις μορφές που διαγράφει, πιστεύοντας επίσης, επιπόλαια, ότι αυτή η εξαφάνισή του αποτελεί το γνώρισμα, το μυστικό της Τέχνης. Κι όμως, τις σκηνές που περιγράφει, είτε τις μορφές που ζωντανεύει, ένας αυθεντικός δημιουργός, τις συλλαμβάνει, τις μορφοποιεί και τις προβάλλει, με την αίσθησή του - επομένως με το πρόσχημά τους, δεν μας εκφράζει παρά το «εγώ» του. Κι όσο βαθύτερα εκφράζει το «εγώ» του, τόσο πιστότερα μας δίνει και τα γύρω." [από το βιβλίο Ναπολέων Λαπαθιώτης, εκδόσεις ΤΥΡΦΗ]

Δεν πηγαίνω ποτέ στο γύρισμα με έτοιμο σενάριο, ούτε με ερωτήσεις. Υπάρχουν κάποιες αρχικές ιδέες και αφήνομαι στην πραγματικότητα να με τροφοδοτήσει με πολύ πιο πλούσιο υλικό. Συχνά έχω νοιώσει εκπλήξεις που κανένα σενάριο δεν θα είχε φανταστεί. Μετά όλα γίνονται στο μοντάζ. Εκεί χτίζεται το σενάριο και η ταινία (μιλάω πάντα για τη δική μου εμπειρία). Ξεκινάς και αρχικά δεν ξέρεις τι θα κάνεις. Έχεις μπροστά σου ένα ακατέργαστο υλικό, ένα κομμάτι πέτρας ή μάρμαρου και πρέπει κάτι να δημιουργήσεις. Ατέλειωτες ώρες μοντάζ, αφομοίωσης του υλικού και εσωτερικής σιωπής, μπορεί κάπου να οδηγήσουν. Μπαίνεις σε μια διαδικασία, ας την πούμε, αγρύπνιας και περιμένεις λίγο φως. Όταν δεις το πρώτο φως και ξεκινήσεις είναι το ίδιο το υλικό και η συνολική οικονομία της αφήγησης που σε καθοδηγούν και καθορίζουν τις επιλογές σου. «Εγώ σκαλίζω και θα μου δείξει αυτό τι μορφή θα του δώσω» μου απάντησε ο Μιχάλης, ένας έγκλειστος καλλιτέχνης που σκάλιζε μια πέτρα και τον ρώτησα τι κάνει. Γυρίζαμε στο ψυχιατρείο Χανίων τον «Άνθρωπο Που Ενόχλησε Το Σύμπαν». Ξεκινάς και δεν ξέρεις τι θα βγει και αυτή είναι η ομορφιά της δημιουργίας.

Ο Ροβήρος Μανθούλης - σπουδαίος δημιουργός και άνθρωπος- έλεγε: «Το ντοκιμαντέρ είναι μια δημιουργία σαν αυτή του θεού. Όπως ο θεός έκανε τον κόσμο, κάνεις κι εσύ ένα ντοκιμαντέρ, με τις ίδιες ακριβώς συνθήκες. Είναι ένα μικρό δημιούργημα, ένα μικρό μπινγκ μπανγκ, όταν κάνεις ένα ντοκιμαντέρ. Αυτή είναι η διαφορά του από όλα τα άλλα είδη του κινηματογράφου».

Πάλι ο Γιώργος Μανιάτης συνοψίζει: "Καλλιτεχνική δημιουργία είναι η μετατροπή μιας βουβής δύναμης σε έναρθρη ορμή, ορμή με αναλογίες. Εκεί που ο κόσμος επιδίδεται στο να μπαλώνει τις τρύπες του, πράγμα που αν κατόρθωνε θα το πλήρωνε με ασφυξία, ο δημιουργός του ανοίγει καινούργιες τρύπες και του επιτρέπει να εξακολουθεί να αναπνέει. Γιατί η κύρια ιδιότητα του έργου τέχνης είναι ότι ανοίγει ξέφωτα στον συνωστισμό των αισθημάτων και αποκαθιστά την ορατότητα. Υπάρχει από την στιγμή αυτή Έργο, μέτρο για τις κρίσεις μας και ύψος από το οποίο λαβαίνει την μορφή του ο ορίζοντας μας. Ο άμισθος πατριωτισμός που είναι αναπόδραστα η καλλιτεχνική δημιουργία, τοποθετεί τον δημιουργό στον αντίποδα του έμμισθου πατριωτισμού." (τον ακούμε να λέει στην ταινία μας «ΓΙΑ ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΟΥΣ»)

Ξανά: το ντοκιμαντέρ είναι μια ταινία μυθοπλασίας που απλά γίνεται με άλλους όρους. Το τελικό αποτέλεσμα είναι μια κατασκευή και γίνεται στο μοντάζ. Όμως δεν κάνουν τα «θέματα» τις ταινίες σπουδαίες, αλλά ο τρόπος που θα τα προσεγγίσουμε, θα τα φωτί-σουμε και θα μιλήσουμε γι΄ αυτά. Η αύρα που τελικά θα εκπέμπει το δημιούργημά μας.

Δεν ξεκινάω ποτέ μ’ ένα ενδιαφέρον θέμα άλλωστε δεν κάνει το θέμα την καλή ή κακή ταινία. Τα θέματα είναι κοινά για όλους και εξαρτάται ποιος μιλάει και τι λέει γι’ αυτό. («Ό,τι περιγράφω με περιγράφει»). Σπάνια ασχολούμαι με θέματα επικαιρότητας και δεν κάνω ταινίες με κοινωνικά μηνύματα ή διδακτικές. Δεν είμαι εισαγγελέας, δεν θέλω να «αποκαλύψω» και να «εκθέσω» κάποιον ή να πω την αλήθεια (δεν την ξέρω) και δεν χρησιμοποιώ ποτέ σύμβολα. Οι θεατές πιθανόν να δουν πολλά από τα παραπάνω στοιχεία (μηνύματα κ.ά.) σε μια ταινία μας αλλά αυτό δεν είναι στις προθέσεις μου όταν κάνω την ταινία. Οι ερμηνείες είναι δικό τους θέμα. Με ενδιαφέρουν οι περιπέτειες της ανθρώπινης ύπαρξης και τις αντιμετωπίζω με αγάπη, γεμάτος απορίες και ερωτηματικά, χωρίς εισαγγελική διάθεση ή ιδεολογικές παρωπίδες. Αφήνω τα ίδια τα πρόσωπα να μιλήσουν και να φανερώσουν την α-λήθεια τους, όχι σαν κάποια αντικειμενικότητα, αλλά σαν κάτι που αποσπάς από τη λήθη.

Όμως στην πορεία γίνεται και κάτι άλλο. Καθώς τα πρόσωπά αρχίζουν να ζουν και να αναπνέουν, ανάλογα με το φωτισμό που τους ρίχνεις, νοιώθεις να γλυκαίνει σιγά, σιγά μια δυστοπική και αφόρητη πραγματικότητα. Το κάνεις κατ’ αρχήν για εσένα τον ίδιο, για να επιβιώσεις σ’ αυτή, για να αντέχεις να ζεις. Δημιουργείς χαραμάδες φωτός, ανοίγεις δειλά και διακριτικά μια κουρτίνα και προσκαλείς και τον θεατή. Έλα να δεις. Δεν είναι όμορφοι και φωτεινοί;

Ό,σο δημιούργησα κάποιες ταινίες, άλλο τόσο με δημιούργησαν και αυτές. Με τα πρόσω-πα που κυκλοφορούν μέσα τους και τις ζωντανεύουν, δημιούργησα σχέσεις ζωής. Κοινωνήσαμε ιστορίες εμπιστοσύνης και μοιραστήκαμε μοναδικές στιγμές. Καθώς σμιλεύονται στο μοντάζ οι αγαπημένες μορφές, σμιλευόμαι κι εγώ ο ίδιος. Δημιουργούν μέσα μου ένα ρευστό οικοδόμημα -που διαρκώς αλλάζει και διαμορφώνεται- συμπαρασύροντάς με. Όταν ξαναβλέπω αυτές τις ταινίες κανείς τους δεν έχει πεθάνει. Όλοι τους κυκλοφορούν γλυκά μέσα μου, ζω και συνομιλώ μαζί τους όπως τότε. Έτσι προσπαθώντας ίσως να απαλύνω και να πλανέψω το δικό μου φόβο του θανάτου, έγιναν αθάνατοι, με κάποιο τρόπο…

Και το αποτέλεσμα θέλω πρωτίστως να έχει αισθητική πληρότητα και να είναι κινηματογράφος. Βγαίνοντας ο θεατής να αισθάνεται ένα χάδι στη ψυχή και ν’ αποζητά τη σιωπή και την επικοινωνία με τον εαυτό του. «Υπαρξιακά δοκίμια» και «Απλές, σαν λαϊκά αναγνώσματα» έχουν χαρακτηρίσει τις ταινίες μας. Είναι χαρακτηρισμοί που, ομολογώ, με κολακεύουν και νομίζω έχουν δίκιο.

Αυτά είναι μερικά γενικά σχόλια για το πώς βλέπω και βιώνω το ντοκιμαντέρ. Θα ήθελα μόνο να τα συμπληρώσω με την απάντηση του Jean Noël Cristiani (καθηγητής μου στη Γαλλία) όταν ξεκινούσα πριν 30 τόσα χρόνια. Όταν τον ρώτησα «τι είναι το ντοκιμαντέρ;» μου είπε «Je préfère filmer que parler» (προτιμώ να κινηματογραφώ παρά να μιλώ). Δεν το ξέχασα ποτέ. Τον είδα πρόσφατα και του το θύμισα. Χαμογέλασε…

Μετά τη διαδικτυακή μας συνάντηση, έπεσε στην αντίληψή μου ένα κείμενο των αρχών του 20^(ου) αιώνα, όταν έμπαιναν τα θεμέλια της κβαντομηχανικής. Έκπληκτος είδα ένα μεγάλο επιστήμονα να μιλά πολύ ιδιαίτερα για την επιστήμη της εποχής μας. Θα ήθελα να το μοιραστώ μαζί σας:

«Όταν μιλάμε για την επιστήμη της εποχής μας», εξήγησε ο Χάιζεμπεργκ, «μιλάμε για τη σχέση που έχουμε με τη φύση όχι ως παρατηρητές, αντικειμενικοί και έξω από αυτήν, αλλά ως δρώντες σε ένα παιχνίδι μεταξύ ανθρώπου και κόσμου. Η επιστήμη δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζει την πραγματικότητα με τον ίδιο τρόπο. Η μέθοδος που συνίσταται στην ανάλυση, ερμηνεία και ταξινόμηση του κόσμου συνειδητοποιεί πλέον τους περιορισμούς της: αυτοί προκύπτουν από το γεγονός ότι οι παρεμβάσεις της μεταβάλλουν τα ίδια τα αντικείμενα που ερευνά. Το φως που ρίχνει η επιστήμη στον κόσμο δεν αλλάζει μόνο την εικόνα μας για την πραγματικότητα, αλλά και τη συμπεριφορά των βασικών μονάδων της πραγματικότητας αυτής.» Η επιστημονική μέθοδος και το αντικείμενό της δεν μπορούν πλέον να διαχωριστούν. Κανένα από αυτά τα όρια δεν είναι θεωρητικό: δεν πρόκειται για ανεπάρκεια του μοντέλου, για πειραματικό περιορισμό ή για τεχνικό πρόβλημα. Απλούστατα δεν υπάρχει κανένας πραγματικός κόσμος που να μπορεί να τον μελετήσει η επιστήμη." [από το βιβλίο «ΌΤΑΝ ΠΑΥΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ» Μπένχαμιν Λαμπατούτ, εκδόσεις ΔΩΜΑ, σελ. 188 ]

Νομίζω όσα γράφτηκαν παραπάνω για τον καταλυτικό ρόλο της φράσης «Ό,τι περιγράφω με περιγράφει», στη δημιουργία ενός ντοκιμαντέρ, δικαιολογούν και κάνουν κατανοητή την ανάγκη μου να παραθέσω εδώ και να μοιραστώ μαζί σας αυτό το επιστημονικό απόσπασμα.

ΥΓ:

Στο παραπάνω κείμενο, όπως αυτό εμπλουτίστηκε και διαμορφώθηκε μετά, της δικής μου παρέμβασης στο διαδικτυακό σεμινάριο περιέχονται και αποσπάσματα από κείμενα και συνεντεύξεις μου που έχουν δημοσιευτεί παλιότερα σε διάφορα έντυπα.