Σταύρος Ψυλλάκης
← Συνεντεύξεις

ΣΜΙΛΕΜΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ

συνέντευξη στον/στην Στράτος Κερσανίδης · ΕΠΟΧΗ, 2025

ΣΜΙΛΕΜΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ συνέντευξη στον Στράτο Κερσανίδη (νέα ΕΠΟΧΗ)

ερωτήσεις - απαντήσεις Σταύρου Ψυλλάκη (Φεβρουάριος 2025)

“Να αναζητήσουμε τον άνθρωπο ό,που κι αν βρίσκεται…″ Σεφέρης (πιθανός τίτλος)

1. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να κάνεις τη συγκεκριμένη ταινία;

Η επιλογή του «θέματος» είναι μια πρόφαση που μου δίνει το πλαίσιο ώστε να μπορέσω να μιλήσω γι’ αυτά που πραγματικά μ’ ενδιαφέρουν: τα πρόσωπα που συναντάμε και κυκλοφορούν στις ιστορίες που αφηγούμαστε. Οι ταινίες μας δεν περιγράφονται με το «θέμα» τους και ο ίδιος δεν κινητοποιούμαι ούτε ξεκινάω από κάτι τέτοιο. Παλιότερα, ο κριτικός Μανώλης Κρανάκης, έγραφε: «Τα πρόσωπα που ″πρωταγωνιστούν“, τα talking heads, στις ταινίες του Σταύρου Ψυλλάκη είναι πριν από το ″θέμα“ που αφηγούνται, τα ίδια το ″θέμα“ στο έργο του. Ένα έργο που, λες, τεκμηριώνει την ανθρώπινη κατάσταση γιατί βρίσκει αυτήν πιο συναρπαστική από οποιαδήποτε άλλη... τεκμηρίωση. … Ο δρόμος του Σ.Ψ. είναι αυτός που κάθε φορά ξεκινάει και τελειώνει με τον άνθρωπο που έχει απέναντί του, στην ευθεία γραμμή που το βλέμμα του ενός συναντά το βλέμμα του άλλου». Αυτά τα έγραφε το 2016. Μια ματιά διαφωτιστική και για εμένα τον ίδιο που σε μεγάλο βαθμό, δίνει και το στίγμα των έργων που ακολούθησαν αν δεν τα προαναγγέλλει. Στην τριλογία ΩΔΕΣ ΣΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ (ΓΙΑ ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΟΥΣ συναντήσεις με τον Γιώργο Μανιάτη, ΟΦΕΙΛΗ, ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ η μνήμη του τόπου) και στις ΣΜΙΛΕΜΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ αυτές οι διαπιστώσεις του Κρανάκη είναι πολύ περισσότερο εμφανείς. Οι προσεγγίσεις των προσώπων, αποενοχοποιημένες από την ανάγκη προβολής του «θέματος», επεξεργάζονται αυτοτελώς και μορφοποιούνται ακόμα περισσότερο.

Στις ΣΜΙΛΕΜΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ, κεντρικά πρόσωπα είναι ο Ελβετός οδοντίατρος Julien Grivel και ο πρώην χανσενικός (λεπρός) Μανώλης Φουντουλάκης. Ο Julien (1943), για 26 χρόνια (1972-1998) ερχόταν στην Αθήνα δύο φορές το χρόνο και φρόντιζε δωρεάν, τα δόντια των χανσενικών στο Νοσοκομείο Λοιμωδών Νόσων «Η Αγία Βαρβάρα», στο Αιγάλεω Αττικής. Ο Μανώλης Φουντουλάκης νοσηλεύτηκε στην «Η Αγία Βαρβάρα» και μας κοινωνεί την εμπειρία και τις αναμνήσεις του για την περίοδο που οι λεπροί ήταν δημόσιος εχθρός και η απόρριψη, ο αποκλεισμός και το κοινωνικό στίγμα που βίωναν ήταν ίσως πιο σκληρά από την ίδια τους την ασθένεια. Για τον Julien η σχέση του με τον μπάρμπα Μανώλη ήταν καταλυτική για την γνωριμία του με τη σύγχρονη Ελλάδα και τους ανθρώπους της. Όμως η ταινία δεν εστιάζει ούτε στην ιστορία της λέπρας, ούτε στην ίδια την πράξη του Julien, παρά το μεγαλείο της.

Στην ταινία παρακολουθούμε το εσωτερικό ταξίδι του Julien, με φόντο αυτό το πλαίσιο, καθώς βιώνει αυτή την εμπειρία: «Ένα εσωτερικό ταξίδι που με βοήθησε να βλέπω τον κόσμο και τη ζωή διαφορετικά. Απέκτησα μια άλλη προοπτική για τη ζωή, νέα αρώματα. … Με αυτή την εμπειρία, νιώθω μέσα μου ότι δίνοντας, εμπλουτίζομαι. … Πέρασα με αυτούς τους ανθρώπους στιγμές αιωνιότητας και μου έμαθαν να μην φοβάμαι το θάνατο», μας λέει κάποια στιγμή.

Σε όλη την ταινία ο «ήρωάς» μας μιλάει πολύ καλά ελληνικά. Τα έμαθε σιγά, σιγά με πολύ κόπο και ζήλο και ήταν ένδειξη σεβασμού και αγάπης προς τους ανθρώπους που του έμαθαν τόσα πολλά αλλά και για κάτι ακόμα: «Υιοθετώντας τη γλώσσα των Ελλήνων, υιοθέτησα ασυνείδητα και τη σκέψη τους. Μια εσωτερική κατάδυση σε μια χώρα που μου έδωσε, και συνεχίζει να μου δίνει, το ″ωραίο Ταξίδι“ όπως λέει και ο Αλεξανδρινός» τον ακούμε πάλι να λέει στην ταινία.

Όλα αυτά νομίζω είναι μεγάλο ερέθισμα και κίνητρο να αγαπήσω τον Julien αλλά και τη γυναίκα του Christiane που συχνά τον συνόδευε και τον βοηθούσε και να φτιάξουμε μια σπουδαία φιλία. Μετά η ταινία ήταν εύκολο να γίνει. Τα γυρίσματα τα ζήσαμε όλοι μας σαν ένα πολύ ευχάριστο παιγνίδι.

2. Μέσα στην ταινία βάζεις, διακριτικά μεν, με σαφήνεια δε, το θέμα του κοινωνικού αποκλεισμού. Πόσο σε απασχόλησε αυτό;

Η ταινία ουσιαστικά γίνεται στο μοντάζ και αυτό το θέμα μας απασχόλησε πολύ. Τα περισσότερα στοιχεία για τη λέπρα, τους ασθενείς και τον εγκλεισμό τους, μας δίνονται από τον μπάρμπα Μανώλη όπως τον αποκαλεί ο Julien. Πολύ δυνατή παρουσία με λόγο και αφηγήσεις καθηλωτικές που πάντα τραβούσαν την ιστορία προς τη λέπρα και ήθελε μεγάλη προσοχή γιατί δεν ήταν αυτό το θέμα μας. Χρειάστηκαν πολλοί μήνες μοντάζ, προβληματισμού και αναθεωρήσεων για να ισορροπήσουν, θέλω να πιστεύω, τα πράγματα, χωρίς περικοπές στο θέμα του κοινωνικού αποκλεισμού.

Εδώ θα επισημάνω ότι τον μπάρμπα Μανώλη δεν τον γνωρίσαμε. Είχε πεθάνει το 2010. Η παρουσία του στην ταινία είναι από αρχειακό υλικό που πολύ γενναιόδωρα μας έδωσαν οι φίλοι και συνάδελφοι Θοδωρής Παπαδουλάκης και Σίλας Μιχάλακας. Τον είχαν τραβήξει λίγο πριν πεθάνει για δικούς του λόγους ο καθένας και πολύ κοντά μεταξύ τους.

Στην ταινία, για λίγο, εμφανίζεται σε μία τηλεοπτική εκπομπή και ο Γαλλοελβετός αρχιτέκτονας Maurice Born, πολύ σημαντικός ερευνητής και σπουδαίος άνθρωπος που είχε ασχοληθεί με τους χώρους εγκλεισμού και ιδιαίτερα με τη Σπιναλόγκα καθώς έμενε για μεγάλα διαστήματα στην περιοχή. Η ύπαρξη της δικής μας ταινίας όπως και του εμβληματικού ντοκιμαντέρ Η ΤΑΞΗ του Jean Daniel Pollet ουσιαστικά οφείλονται στον Maurice Born όπως μαθαίνουμε στην ταινία.

Εμείς στην Σπιναλόγκα μέσα δεν μπήκαμε. Ήταν τελικά συνειδητή επιλογή μας, πολύ εύστοχη, τελικά που ξεκίνησε από τη μεγάλη γραφειοκρατία που απαιτούσε το εγχείρημα και μας αποθάρρυνε. Το θέμα μας δεν ήταν η λέπρα και η επίσκεψη στο νησί, πιστεύω, θα μας παρέσυρε. Την βλέπουμε όμως περιμετρικά από ένα πλοιάριο που μεταφέρει τον Julien και την Christiane και σχολιάζουν. Ο Julien ανάμεσα στα άλλα θυμάται τη μαρτυρία ενός ασθενή του: «H Σπιναλόγκα είναι ο Μινώταυρος της σύγχρονης εποχής που έχει χορτάσει με τόσα πολλά θύματα» και τα λόγια του Επαμεινώνδα Ρεμουντάκη (θρυλική μορφή της Σπιναλόγκας) «οι άνθρωποι θα επισκέπτονται τη Σπιναλόγκα και θα γονατίζουν θέλοντας να πλύνουν με τα δάκρυά τους την ντροπή για όλα όσα συνέβησαν εκεί μέσα και θα φεύγουν απ' αυτό τον τόπο αφήνοντας τον στην ιερή σιωπή που του πρέπει. Αφήστε τους αγαπημένους τους να τιμούν τον πόνο τους.»

3. Πως βίωσες ως παιδί και ως έφηβος τη Σπιναλόγκα και τι σήμαινε το νησί για τους ντόπιους;

Εδώ νομίζω είναι χρήσιμα κάποια ιστορικά στοιχεία. Η Σπιναλόγκα (νησάκι, σημαντικό ενετικό κάστρο κάποτε, απέναντι από την Ελούντα, στο Ν. Λασιθίου), ως τόπος εγκλεισμού και απομόνωσης των χανσενικών (λεπρών), λειτούργησε από το 1904 έως το 1957. Τότε έκλεισε οριστικά και οι ασθενείς από όλη την Ελλάδα, μεταφέρθηκαν στο Νοσοκομείο Λοιμωδών Νόσων «Η Αγία Βαρβάρα», στο Αιγάλεω Αττικής. Τα πρώτα φάρμακα για τη θεραπεία της νόσου εμφανίστηκαν στη χώρα μας μετά τον πόλεμο, γύρω στο 1948. Όταν ξεκίνησε τις θεραπείες ο Julien Grivel, το 1972, η Σπιναλόγκα είχε κλείσει οριστικά. Όμως πολλοί από τους ασθενείς του στην «Αγία Βαρβάρα» προέρχονταν από εκεί.

Τα χρόνια που μεγαλώνω στα Χανιά, δεκαετίες του ′50 και του ′60, για μας δεν υπάρχουν λεπροί και Σπιναλόγκα. Ότι σχετικό είχε υπάρξει στις αρχές του περασμένου αιώνα είχε εξοβελιστεί στη σιωπή. Για λεπρούς θυμάμαι να ακούω μόνο στην παραβολή των δέκα λεπρών, στα θρησκευτικά. Βέβαια για τα παιδιά που μεγάλωναν στην ευρύτερη περιοχή της Ελούντας σίγουρα δεν θα ήταν έτσι τα πράγματα αλλά δεν μπορώ να το ξέρω. Τα επόμενα χρόνια, συνειδητοποιώντας πόσο τεράστιο κοινωνικό στίγμα ήταν η λέπρα, ιδιαίτερα προπολεμικά, καταλαβαίνω γιατί η λέξη σχεδόν δεν ακούγονταν. Είχε εξοριστεί όπως και οι λεπροί στη Σπιναλόγκα. Σήμερα η Σπιναλόγκα με τις εντυπωσιακές ενετικές οχυρώσεις της, ταυτισμένη με τη λέπρα κάποτε, είναι σημαντικό τουριστικό αξιοθέατο με χιλιάδες επισκέπτες κάθε χρόνο. Δεν μπορώ να ξέρω τι βλέπουν και τι αισθάνονται όλοι αυτοί οι επισκέπτες…

4. Είσαι ένας καταξιωμένος σκηνοθέτης που επιμένεις στο ντοκιμαντέρ. Γιατί; Δεν σκέφτεσαι να κάνεις κάποτε μυθοπλασία;

Το δημιουργικό ντοκιμαντέρ -ας το πούμε έτσι συμβατικά μιας και υπάρχουν μόνο καλές και κακές ταινίες- είναι μια ταινία μυθοπλασίας που γίνεται όμως με διαφορετικούς όρους. Το τελικό αποτέλεσμα είναι μια κατασκευή, μια δημιουργία και γίνεται στο μοντάζ. Επιπλέον «Ό,τι περιγράφω με περιγράφει» λέει ο ποιητής Αργύρης Χιόνης και αυτό δεν συμβαίνει μόνο στο ντοκιμαντέρ. Άρα κάθε σκέψη για αλήθεια, αντικειμενικότητα κ.α. παρόμοια μου είναι ξένη, δεν είναι στις προθέσεις μου και δεν πιστεύω τίποτα τέτοιο.

Συνοψίζοντας την εμπειρία μου από το ανθρωποκεντρικό ντοκιμαντέρ θα έλεγα ότι όταν κινηματογραφείς ένα πρόσωπο ή μία κατάσταση, κινηματογραφείς ταυτόχρονα και εσένα τον ίδιο. Μ’ εσένα συνομιλεί έτσι ο «πρωταγωνιστής» σου κι εσύ είσαι που βλέπεις έτσι το «θέμα» σου και τον κόσμο. Αυτό επέλεξες να σ’ ενδιαφέρει και να φωτίσεις από τις χιλιάδες δυνατότητες που υπήρχαν. Όλα εξαρτώνται από την «ποιότητα της συναντήσεως» και τη σχέση των συνομιλητών. Το λέμε «αύρα», το λέμε «χημεία» και τόσες άλλες διατυπώσεις, πολιτικά ορθές και ανεκτές για να περάσει… Πιο σωστό θα ήταν να μιλάμε και για τον ερωτισμό των προσώπων που πυροδοτεί η σχέση τους. Την, καλή ή κακή, ταινία δεν την κάνει το θέμα. Αυτό, κάθε φορά, είναι η πρόφαση, το φόντο στο οποίο θα χτίσεις το δημιούργημά σου και θα μιλήσεις για τις αγωνίες και τα ερωτήματά σου. Και το ζητούμενο δεν είναι τι θα πεις, αλλά πώς θα το πεις.

Αυτά εισαγωγικά γιατί στη συνέχεια, -και συγχωρέσετε μου την έλλειψη μετριοφροσύνης, αλλά αυτή ταιριάζει στον άνθρωπο και όχι στο έργο του-, θα δώσω το λόγο στον σπουδαίο δημιουργό κινηματογραφιστή και άνθρωπο, Ροβήρο Μανθούλη: «Έχουμε υιοθετήσει στην Ελλάδα έναν παράξενο κινηματογραφικό όρο, “ντοκιμαντέρ”, που ελάχιστοι γνωρίζουν τι ακριβώς σημαίνει. … Το ντοκιμαντέρ μπορεί να είναι όρος αλλά δεν είναι “είδος”. Είναι φτυστός ο κινηματογράφος, ο οποίος άλλοτε είναι με ηθοποιούς και άλλοτε με μη ηθοποιούς που υποδύονται τον εαυτό τους. Αυτός είναι ο κινηματογράφος που κάνει ο Ψυλλάκης … Για να περιγράψουν καλύτερα τον κινηματογράφο χωρίς ηθοποιούς οι Ρώσοι και αργότερα οι Γάλλοι, θα τον ονομάσουν “κινηματογράφο-αλήθεια” (παρόλο που και ο “κινηματογράφος με ηθοποιούς” είναι μέρος της αλήθειας). Εμείς τον ονομάζουμε “δημιουργικό ντοκιμαντέρ” για να τον ξεχωρίζουμε από το ρεπορτάζ και τα άλλα “ευκαιριακά” βίντεο που βλέπουμε σήμερα. … Το ντοκιμαντέρ είναι μια δημιουργία σαν αυτή του θεού. Όπως ο θεός έκανε τον κόσμο, κάνεις κι εσύ ένα ντοκιμαντέρ, με τις ίδιες ακριβώς συνθήκες...» Και σε ένα άλλο κείμενο-παρέμβαση σημειώνει: «Η κινηματογραφική φιξιόν, με τα σενάρια-παραμύθια των γραβατομένων, είναι το όπιο του λαού! - φώναζε, απ’ τη μεριά του ο Τζίγκα Βερτόφ - Ζήτω η ζωή όπως είναι!»

Μυθοπλασία κάνω πάντα. Έτσι το ζω, αυτό μου ταιριάζει και δεν μου λείπει τίποτα. Μάλιστα χαίρομαι που κάθε φορά ξεκινώντας δεν ξέρω τι θα κάνω. Είναι η ομορφιά της δημιουργίας. «Εγώ σκαλίζω και θα μου δείξει αυτό τι μορφή θα του δώσω» μου απάντησε ο Μιχάλης, ένας έγκλειστος καλλιτέχνης στο Ψυχιατρείο Χανίων που σκάλιζε μια πέτρα και τον ρώτησα τι κάνει (Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΝΟΧΛΗΣΕ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ). Και ο Μανιάτης στο ΓΙΑ ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΟΥΣ μας βεβαιώνει: «Δεν ξέρω, δεν ξέρω και για αυτό γράφω. Γιατί δεν κάθεσαι να γράψεις αυτά που ξέρεις, αυτά που δεν ξέρεις κάθεσαι να γράψεις.»

Ζήτω λοιπόν η ζωή όπως είναι!

Η δημιουργία της ταινίας ξεκίνησε σαν πρωτοβουλία της Βιβλιοθήκης «Μανώλης Φουντουλάκης» σε σκηνοθεσία Σταύρου Ψυλλάκη. Η παραγωγή της ταινίας έγινε από τον Ματθαίο Φραντζεσκάκη - ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΊΑ ΚΡΗΤΗΣ. Συμπαραγωγός είναι η COSMOTE TV και η παραγωγή της έγινε με την υποστήριξη της Περιφέρειας Κρήτης και των Δήμων Αγίας Βαρβάρας Αττικής και Αγίου Νικολάου Κρήτης και συμπαραγωγός προώθησης είναι η Φωτεινή Οικονομοπούλου / OhMyDog Productios. Η ταινία έχει επιλεγεί και συμμετέχει στο Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα του 27ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και θα προβληθεί την Τετάρτη 12/3/2025 στις 20.00 στο ΟΛΥΜΠΙΟΝ (Πλατεία Αριστοτέλους) και την Πέμπτη 13/3/2025 στις 15.00 στην αίθουσα Τζον Κασαβέτης, Αποθήκη1, Λιμάνι.

ΥΓ. Τα αποσπάσματα του Μανώλη Κρανάκη και του Ροβήρου Μανθούλη που παραθέτουμε είναι από το βιβλίο ΜΙΚΡΕΣ ΥΙΟΘΕΣΙΕΣ αφιέρωμα στο έργο του Σ. Ψυλλάκη που εξέδωσε η ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΡΗΤΗΣ – ΠΥΞΙΔΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ το 2016.