Σταύρος Ψυλλάκης
← Συνεντεύξεις

ΟΛΥΜΠΙΑ

συνέντευξη στον/στην Ισμήνη Δασκαρόλη · ΕΞΩΣΤΗΣ, 2015

Σταύρος Ψυλλάκης: “Ο χρόνος δεν είναι κατ' απόλυτη τιμή, μετράει η πυκνότητα του”

(συνέντευξη στην Ισμήνη Δασκαρόλη στον ΕΞΩΣΤΗ, Μαρτίος 2015)

http://www.exostispress.gr/Article/stairos-psillakis-o-xronos-den-einai-kat-apoliti-timi-metraei-i-piknotita-tou#ixzz4Jvnddr2X

Νικητής του Βραβείου Κοινού στο περασμένο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, ο περίφημος ντοκιμαντερίστας Σταύρος Ψυλλάκης, μας έκανε την τιμή πριν λίγο καιρό να μας χαρίσει μια συγκινητική συνάντηση, που με την εξαιρετική ιδιότητα του για απογύμνωση, καθαρότητα και ειλικρίνεια άφησε το σημάδι του στην μνήμη μας. Γνωστός από τα έργα του "Άλλος Δρόμος δεν Υπήρχε" και "ΜΕΤΑΞΑ ακούγοντας το χρόνο", ο Ψυλλάκης επιστρέφει με το διεισδυτικό του μάτι κάνοντας το 45λεπτο φιλμ "Ολυμπία" που πραγματεύεται τέσσερις μέρες στη ζωή μίας νεαρής μητέρας που παλεύει με έναν εξαιρετικά επιθετικό καρκίνο, ενώ μόλις έχει φέρει στον κόσμο ένα υγιές αγόρι. Το θέμα δύσκολο και λεπτό, στα ικανά χέρια του Ψυλλάκη απογυμνώνεται από οποιαδήποτε αίσθηση μελοδραματισμού και μεγαλοστομίας για να γίνει ένα διαπεραστικό χρονικό θανάτου και αναγέννησης, με στύλο την απλότητα. Ένα έργο που τελικά του χάρισε το Βραβείο Κοινού, παρότι μας αποκάλυψε πως αρχικά είχε τις ενστάσεις του για το κατά πόσο θα ήθελε να προβληθεί - ενστάσεις που υποχώρησαν ύστερα από την θερμή ανταπόκριση του κόσμου. Στα 60 λεπτά, ο σκηνοθέτης μας μιλάει για την Ολυμπία, την ηθική του πόνου στο σινεμά και την πυκνότητα της ζωής και του χρόνου.

Έχετε δηλώσει πως είναι ανήθικο να πουλάς τον πόνο. Ποιες είναι οι λεπτές γραμμές του σινεμά στην αναπαράσταση και παρουσίαση του;

Δύσκολο να σου απαντήσω γιατί ακόμα και στο κομμάτι που μπορεί να το αναγνωρίζουμε αυτό το πράγμα, αυτός που θα το φτιάξει ποτέ δεν θα επικαλεστεί ότι πουλάει τον πόνο. Θα πει ότι ενημερώνει, ότι πληροφορεί. Τα λόγια είναι τζάμπα, λέει ο καθένας ό,τι θέλει. Αυτό που έχει σημασία είναι τι αισθάνεσαι, είτε από την κουβέντα που κάνουμε τώρα, ή στην αίθουσα. Αν σου έδωσε κάτι η ταινία. Σε πήγε κάπου; Σου δημιούργησε μία κατάσταση ή απλά έχεις δυο ταλαίπωρους ανθρώπους που τους συνέβη κάτι και ο άλλος το ξεμπροστιάζει; Καμιά φορά λέω ότι σε αυτήν την ταινία βλέπεις ό,τι δεν είναι τηλεόραση - χωρίς να σημαίνει βέβαια αυτό ότι στην τηλεόραση δεν μπορείς να δεις πολύ ενδιαφέροντα πράγματα, το οποίο είναι και το άλλοθι - αυτό που εξιλεώνει την κατάσταση για να παίζουν όλα τα υπόλοιπα. Αυτό που κουβαλάει το φορτίο και το ήθος είναι το τι εκπέμπει ο κάθε άνθρωπος, τι βγάζει, όχι τι λέει και για να μπορείς πραγματικά να διαπραγματευτείς και να βγάζεις τέτοιου είδους πράγματα, μια βασική έννοια που υπεισέρχεται είναι η έννοια της εμπιστοσύνης, πόσο σε εμπιστεύονται οι άνθρωποι. Καμιά φορά ο ίδιος ο άνθρωπος μπορεί να είναι έτοιμος να ενδώσει. Δεν υποχρέωσε κανείς τους θεατές της Πάνιας π.χ να πάνε [στην εκπομπή της], μόνοι τους πάνε, τι να το κάνω εγώ; Και ο άνθρωπος [που πηγαίνει εκεί] μπορεί να αισθάνεται μέσα του μία τέτοια ανακούφιση που το έκανε αυτό, έτσι που το κομμάτι της υποτίμησης και του εξευτε-λισμού που εσύ νιώθεις ότι υπέστη αυτός ο άνθρωπος, αυτός να μην το νιώθει καθόλου.

Δεν είναι όπως και να 'χει κάπως ανήθικο αυτό όμως;

Δεν ξέρω τι είναι ούτε μπορώ να προσδιορίσω τα όρια του κόσμου του άλλου, αν αυτός αισθάνεται μέσα του μία ικανοποίηση και μία ισορροπία. Μπορώ να βάλω όρια σε δικές μου πράξεις και συμπεριφορές άντε και σε άλλους πέντε, στους υπόλοιπους δεν μου πέφτει λόγος.

Επιλέξατε βέβαια να μην βάλετε μουσική για να μην κινήσετε μελοδραματισμούς. Μήπως αυτός είναι ένας τέτοιος προσωπικός σας κανόνας που βασίζεται σε αυτά τα όρια;

Δεν υπάρχει κανένας κανόνας. Ακόμα και αυτό το πράγμα, θα μπορούσε όντως ο μουσικός να βρεθεί στην ίδια κατάσταση με εμένα και να μην προκαλέσει ή εκβιάσει τέτοια συναισθήματα. Κοιτάξτε, ο θάνατος είναι κάτι που μας ξεπερνά όλους και νιώθω ότι διαχρονικά ο πολιτισμός το μόνο που κάνει είναι μέσα από την τέχνη να προσπαθεί να τον ξορκίσει. Σε αυτήν λοιπόν την ταινία όσα και να κάναμε ή να λέγαμε, έξω από την πόρτα την είχε στήσει ο θάνατος που έλεγε "εγώ είμαι ο κυρίαρχος". Αν θελήσω αυτό το πράγμα να το δώσω όσο πιο δυνατά γίνεται, θα χρησιμοποιήσω τα ελάχιστα μέσα. Δεν χρειάζονται πολλά πράγματα, λέγονται όσα μπορούν αν ειπωθούν μέσα από την σιωπή. Τι να αρχίσω να σου λέω πόσο ωραία είναι η ζωή; Καλά είναι όλα αυτά αλλά είναι απ' έξω. Ήθελα λοιπόν σαν φόρμα να το αντιμετωπίσω λιτά, απέριττα, αλλά δεν νιώθω αυτό να είναι κανόνας. Θα μπορούσε να ήταν και μία μουσική που να συνυπήρχε με αυτόν τον τρόπο.

Πάνω σε αυτό που είπατε, ότι ο θάνατος είναι απ' εξω από την πόρτα. Το έργο σχετίζεται και με τη ζωή, το θάνατο αλλά και την αναγέννηση αφού παράλληλα με αυτήν την δύσκολη κατάσταση υπάρχει και το παιδί.

Βεβαίως και βγήκε μία νέα ζωή και πολύ θα ‘θελα- αυτό βέβαια είναι στην φαντασία μου μόνο, αυτή την ταινία να την τελείωνε ο Παναγιώτης, -το παιδί που έχει γεννηθεί. Θα ήταν για μένα το καλύτερο πράγμα αν ερχόταν μετά από χρόνια και μου έλεγε, κάνω σινεμά και θέλω να τελειώσω την ταινία.

Το ζήτημα της καρκινοπάθειας δεν το θίγετε για πρώτη φορά, αφού είχε προηγηθεί και το περίφημο "ΜΕΤΑΞΑ ακούγοντας το χρόνο" που λαμβάνει χώρα στο ομώνυμο νοσοκομείο για καρκινοπαθείς. Ποιες ήταν οι διαφορές μεταξύ των δύο έργων και τι σας τράβηξε στο καθένα;

Στο «Μεταξά…» δεν το επέλεξα εγώ το θέμα, ένας γιατρός του νοσοκομείου ο Νίκος ο Καρβούνης που είχε αρρωστήσει και αυτός από καρκίνο μου το πρότεινε. Κάποιος κοινός γνωστός που είχε δει τις ταινίες μου, ήξερε την ιδέα του γιατρού και μας έφερε σε επαφή. Όταν μου το είπε με ενδιέφερε πολύ διότι είχε γιατρούς που είχαν ασθενήσει και οι ίδιοι από καρκίνο και είχαν αυτήν την διπλή ιδιότητα του θεραπευτή και του θεραπευόμενου. Αλλά δεν με ενδιέφερε ιατρικά, κοινωνιολογικά ή δημοσιογραφικά το θέμα. Γυρνάω λοιπόν και του λέω, "ναι, με ενδιαφέρει πάρα πολύ, αλλά να κάνουμε κάτι ποιητικό" και ο γιατρός μου είπε "μα αυτό θέλω και εγώ". Αν δεν μιλήσεις μπροστά σε αυτό το θέμα με ποίηση, πού αλλού θα μιλήσεις για ποίηση; Το «Μεταξά…» παίρνει αφορμή από τον καρκίνο και μιλάει για τη ζωή, με την έννοια ότι μόλις πουν σε κάποιον άνθρωπο ότι έχει καρκίνο, έρχεται ο κόσμος ανάποδα, ανεξάρτητα από την έκβαση- διότι όπως τα περιστατικά είναι συχνά έτσι και η έκβαση είναι συχνά θετική, δεν είναι όπως πριν 10 χρόνια. Αυτό λοιπόν που συμβαίνει είναι ότι η πολύ συγκλονιστική εμπειρία που βιώνεις όταν σου το πρωτοπούν, είναι αφορμή για να ξαναστο-χαστείς την ίδια τη ζωή, γιατί το γεγονός του θανάτου που υπάρχει στο μυαλό μας σαν κάτι μακρινό γίνεται πολύ συγκεκριμένο. Άλλωστε το μόνο που πραγματικά σου ανήκει στη ζωή είναι ο θάνατος σου. Άρα (αυτή η αναγγελία) τον άνθρωπο τον βάζει σε μία στοχαστική διάθεση. Ένας από τους ΄ήρωες΄ του «Μεταξά…» λέει "μου είπε η γιατρός μου σε θεράπευσα, ναι τι θεράπευσες, της λέω; Το σώμα, την ψυχή μου δεν θα την θεραπεύσεις ποτέ". Αυτό μπαίνει στην αρχή-αρχή σχεδόν της ταινίας διότι εδώ δεν θα κρύψουμε, εδώ θα μιλήσουμε. Σε αυτή την ταινία, επειδή οι άνθρωποι ήταν πραγματικά ιδιαίτερα αξιόλογοι- ο καθένας συμπλήρωνε τον άλλον με ένα δικό του τρόπο, λες και ξεδιπλώνονταν συνέχεια μπροστά στην κάμερα ένα τραγούδι για την ίδια τη ζωή. Δεν χρειάζεται να έχεις αρρώστια φοβερή για να ταυτιστείς, μπορείς να δεις την ταινία και να παίρνεις κουράγιο. Το να μπορείς να βλέπεις το θάνατο και όλο αυτό να το κάνεις ένα χορό για τη ζωή, είναι και ήταν, το πιο κοντινό στοιχείο στο πνεύμα της ταινίας. Αυτά ήταν στο «Μεταξά…», εδώ όμως είναι διαφορετικά, δεν είναι ο οίστρος της ζωής.

Εδώ έχεις την Ολυμπία, ένα απλό λαϊκό κορίτσι. Ήθελε να γίνει κομμώτρια, δεν έγινε αλλά έγινε μοδίστρα και μετά έγινε πωλήτρια σε ένα μαγαζί και μετά δούλεψε σε ζαχαροπλαστείο. Έμαθε να κάνει γλυκά και είναι τρισευτυχισμένη διότι αφενός θεωρεί ότι το να φτιάχνεις γλυκά είναι μία δημιουργική διαδικασία, αφετέρου της αρέσει να φτιάχνει για τους φίλους της- της αρέσει να προσφέρει. Άρα δεν μιλάμε για κάποια διανοούμενη ή προβληματισμένη, είναι ένα απλό λαϊκό κορίτσι που χαίρεται με τον δικό της τρόπο τη ζωή, οπότε στην ταινία δεν πρόκειται να ακούσεις τα λόγια τα μεγάλα που ακούς στο «Μεταξά…» όπου ένας φίλος π.χ. λέει "πότε θα καταλάβουμε επιτέλους ότι χρωστάμε περισσότερα στην ποίηση παρά στην εφορία;" Εδώ, με την Ολυμπία, με έναν τρόπο άρρητο που δεν λέγεται, νιώθεις ένα πυρηνικό πράγμα, ότι έχεις μία οικογένεια απλή, ένα μέλος της χτυπιέται σε μία δύσκολή στιγμή και υπάρχει μία τεράστια αγκαλιά γύρω από την Ολυμπία, αυτό που θα 'θελε ο καθένας στη ζωή του. Δεν θέλουμε πολλά και μεγάλα πράγματα, μια αγάπη, μία αγκαλιά θέλουμε όμως αυτό δεν το καταλαβαίνουμε και κάνουμε την ζωή μας πολύπλοκη. Για αυτό χαίρομαι που γυρίστηκε το ντοκιμαντέρ σε αυτό το σπίτι, χωρίς μεγάλα λόγια και έχεις χειροπιαστή αυτήν την κατάσταση. Η Ολυμπία η ίδια, παρά το ότι είναι σε μία κρίσιμη κατάσταση, θέλει να ζήσει για τον Παναγιώτη και βλέπεις τη ζωή που προσπαθεί να κρατηθεί με κάθε τρόπο. Αυτά τα πιο αρχαϊκά, τα πιο πρωτογενή συναισθήματα είναι αυτά που κινητοποιούνται στη ταινία. Για αυτό δεν χρειάζονται πρόσθετες πινελιές, μου αρκούν για να βγει αυτή η μεγάλη αγάπη της οικογένειας.

Τα γυρίσματα έγιναν σε τέσσερις μέρες, πόσο δύσκολο ήταν σαν εμπειρία να γυρίσετε ένα τόσο έντονο θέμα μέσα σε τέσσερις μόλις μέρες;

Συχνά με ρωτάνε γι΄ αυτό το θέμα. Είναι δύσκολο γύρισμα, πιο δύσκολο από το «Μεταξά…», είναι πιο προσωπικό. Ήτανε σε προχωρημένη κατάσταση τότε η Ολυμπία και κάποια πράγματα ήταν έντονα. Και εγώ φοβάμαι, και έχω τον φόβο του θανάτου και αν αυτές οι ταινίες αναμοχλεύουν κάποια πράγματα, αναμοχλεύουν πρωτίστως και το δικό μου φόβο του θανάτου. Αυτή η κοπέλα ήθελε χρόνια ένα παιδί και τώρα που αυτό έγινε, ήρθε και ο καρκίνος. Το ντοκιμαντέρ είναι η δουλειά μου και την αγαπάω πολύ. Δεν το αφήνω από το 87'-88' που το ξεκίνησα. Δεν είναι όμως το σημαντικό πράγμα αυτό - ούτε και σκέφτομαι πόσο μπορεί να ταλαιπωρήθηκα κάποιες φορές. Η ζωή είναι ένα πράγμα που πρέπει να το ρουφήξεις και να μη διστάσεις να μπεις μέσα σε αυτήν. Άμα φεύγεις δεν κάνεις τίποτα. Μέσα στην μνήμη μου δεν μου έμεινε πόσο επώδυνο ήταν, ήταν τόσο γλυκύτατοι οι άνθρωποι αυτοί, τόσο απίστευτα καλοί - τους αγαπάω σαν οικογένεια μου, που το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι [από αυτήν την εμπειρία] είναι αυτό. Κάθε φορά, ό,τι έχεις συγκεντρώσει σαν εμπειρία στη ζωή σου, έρχεται και σε κάνει αυτό το πράγμα [για να έχεις αυτό το αποτέλεσμα]. Τόσο χρειαζόμουν και τώρα. Χρειάστηκα εξήντα χρόνια [για να κάνω αυτήν την ταινία] διότι μαζεύεται ό,τι έχεις κατασταλαγμένο. Τι θα έκανα στα τριάντα μου δεν έχω ιδέα. Ο χρόνος δεν είναι κατά απόλυτη τιμή, μετράει η πυκνότητα του χρόνου. Πόσες φορές πας σε καφετέριες και δεν θυμάσαι τίποτα και κάθεσαι μία φορά με έναν άνθρωπο, για μία ώρα, και βγάζεις τόσα πράγματα;

Η παλιότερη σας ταινία "Άλλος Δρόμος δεν Υπήρχε" έχει τελείως διαφορετική θεματολογία και συχνά τα έργα σας περιστρέφονται γύρο από κοινωνικές θεματολογίες, τι είναι αυτό που συνδέει τα θέματα των ντοκιμαντέρ σας;

Εγώ. Είναι η δικιά μου συνείδηση, η δικιά μου εμπειρία και το πως προσλαμβάνω την ζωή. Με το ίδιο ενδιαφέρον θα ασχοληθώ με δύο αντάρτες που έζησαν 15 χρόνια στην Κρήτη (Άλλος Δρόμος δεν Υπήρχε), με το ίδιο ενδιαφέρον θα ασχοληθώ και με ένα άτομο που συνάντησα εδώ στον δρόμο και μου έκανε κλικ. Εγώ δεν θεωρώ τον εαυτό μου ότι κάνω ένα σινεμά ακτιβιστικό, όχι ότι τα περιφρονώ όλα αυτά, αλλά είναι αυτός ο χαρακτήρας μου. Πολιτική για μένα είναι τι κάνεις κάθε μέρα, όχι τι ψηφίζεις. Και στα προηγούμενα θέματα υπάρχει αυτή η αίσθηση και η σύνδεση π.χ "Ο Άνθρωπος που Ενόχλησε το Σύμπαν" έχει να κάνει με την τρέλα και τα ψυχιατρεία. Είναι ταινία που γυρίστηκε στο ψυχιατρείο Χανίων το 97' και δεν είναι ο τίτλος δικός μου. Προέκυψε όταν κάποια στιγμή, ενώ γυρίζαμε μέσα από το ψυχιατρείο, είχανε μπει στο πανηγύρι οι άνθρωποι και ζητούσαν την κάμερα "μπορώ αν γυρίσω και εγώ;" και ενώ τραβούσε ένας τους με την κάμερα, μόνος του, είπε τη φράση "Είμαι ο άνθρωπος που ενόχλησε το σύμπαν". Ο άλλος, ο διπλανός του, με παιδική αθωότητα είπε "Να δω τον Θεό!", γυρνάει και στρέφει την κάμερα προς τον ουρανό και δεν βλέπει τον Θεό, βλέπει τον ήλιο. Αυτή η πρωτογενής έκφραση και μια βαθιά σοφία, γιατί αυτοί τα λέγαν αφιλτράριστα τα πράγματα, είναι η ουσία. Οι άνθρωποι βρίσκονταν σε μία οριακή κατάσταση. Λέμε στον δυτικό πολιτισμό "σκέφτομαι άρα υπάρχω", όταν κλονίζεται η σκέψη ο άνθρωπος φτάνει στα όρια του, είναι σε οριακή κατάσταση. Με ενδιέφεραν λοιπόν οι οριακές καταστάσεις. Ο άλλος που παίρνει το τουφέκι και πάει στα βουνά της Κρήτης επειδή ήρθαν οι Γερμανοί - όχι το να ανέβει στο βουνό, αλλά το να το συνεχίσει αυτό και μετά τους Γερμανούς, και μετά τον εμφύλιο - το να μην παραδίνονται με τίποτα και να αποφασίζουν πως "όχι, θα συνεχίσουμε να κρυβόμαστε, να είμαστε αντάρτες" και έτσι κάνουν μίαν άλλη επιλογή, αυτό είναι μία τέτοια κατάσταση. Δίπλα ο κόσμος έφτιαχνε την ζωή του, και εγώ αναρωτιέμαι τι κάνει έναν άνθρωπο να φτάσει σε μία οριακή κατάσταση; Δεν φτάνει μόνο η ιδεολογία, είναι κάτι πιο εσωτερικό. Με γοητεύει αυτό, όταν περπατάς στα όρια.

Δηλαδή η κοινή γραμμή των έργων σας είναι τα άκρα στα οποία φτάνει ο άνθρωπος.

Είναι η πυκνότητα της ίδιας της ζωής, μπορώ να πιαστώ από οτιδήποτε και αφού με γοητεύσει και με πάρει στο ταξίδι του, μπορώ να το αναπλάσω. Δεν είναι αντικειμενικό το ντοκιμαντέρ. Δεν έχω πια το άγχος να το ορίσω μου αρκεί ότι πάλλονται κάποια πράγματα. Μου είναι πάρα πολύ κολακευτικό που 20 χρόνια μετά τον "Άνθρωπο που Ενόχλησε το Σύμπαν", πήραν το ντοκιμαντέρ και το ανέβασαν στο διαδίκτυο νέα παιδιά και το σχολιάζουν.