Σταύρος Ψυλλάκης
← Κριτικά κείμενα & Σχόλια

ΤΑΙΝΙΕΣ ΨΥΛΛΑΚΗ

Γιάννης Σιατίτσας, 2020

Ο Bach, μπορείς εσύ να μου πεις πώς τα κατάφερε ο Bach να μιλήσει έτσι ξεκάθαρα απλά για τον άνθρωπο, τον πένητα και τον πλούσιο, τον δεόμενο και τον πλάνητα, τον ερωτευμένο και τον ανυπόστατο, τον ματαίως αιτούντα και τον ακόπως λαμβάνοντα, τον μέθυσο και τον οικογενειάρχη, την Φαντίνα (την χωρίς νούμερο μοναδική) και την Ελισάβετ ΙΙ την πολυάριθμη … και όποιον άλλον βάλει ο νους σου, ο Bach που κάθε φορά που κολλάω στο χαρτί ξέρω πια ― αυτό το έχω μάθει καιρό τώρα― χρειάζομαι λίγες νότες του ή και πιο πολλές, όμως ακούγοντάς τον ξαναπιάνω το όνειρο, ξαναπαίρνω το καράβι, το τρένο, το μονοπάτι, πιάνω ξανά την κόκκινη κλωστή δεμένη … ―τα ξέρεις και εσύ αυτά φαντάζομαι, μα αν δεν τα ξέρεις, μην ανησυχείς, θα τα μάθεις, έχεις καιρό, βίος ολόκληρος μπροστά σου, και πίσω σου βέβαια δεν έχω αντίρρηση, θα τα μάθεις έτσι ή αλλιώς― όμως έλα που τώρα βρέθηκα σε ανάγκη κρίσιμη, χωρίς Bach, χωρίς ιντερνέτι, χωρίς διαβατήριο, με ελπίδα μοναδική ― όσο και αν ελάχιστη― να βρεθεί στην αχανή, λόγω διαρκών αναδιατάξεων που οδηγούν αποκλειστικά και μόνο σε περαιτέρω διασκορπισμό και τυχαιοποίηση δίσκων και φακέλων, δισκοθήκη του κουμπάρου μου, όπου ξαφνικά πέφτω πάνω ―όχι, μην σου περάσει από το μυαλό, δεν ήταν Bach― στο σετάκι της SafeBlood-BioAn με τα δύο δισκάκια του Ψυλλάκη! ήταν εκεί σε μια γωνιά κάτω από την τηλεόραση με ευχετήρια κάρτα, ολοκαίνουργα, άπαιχτα, αμόλυντα να καρτερούν χείρα ιλαρά να τα βγάλει από την σιωπή και την μαυρίλα, και τα είδα, τα οίδα και χαλάρωσε η ψυχή μου και πήρε ο νους ανήφορο και να είσαι καλά.

Τώρα βέβαια είδα και τα άλλα, απόκτησα πιο καλή, ίσως πληρέστερη εικόνα του τρόπου δουλειάς, να μιλήσουμε για τον άνθρωπο, την άμεση προσέγγιση του αντικειμένου, του πένητος και του κατέχοντος, την διαρκή πρωτοκαθεδρία του στόχου, του δεόμενου και του αιτούντος, την μινιμαλιστική χρήση του μοντάζ, που ξαναπαίρνει το τρένο, τις λαϊτμοτίβ εικόνες, όνειρα που σβήνουν σαν πρωινές αγάπες, τις αντιστικτικές γωνίες που ξύνουν το συναίσθημα, το πληγώνουν ενίοτε, του τέλους που δεν γίνεται παρά να είναι μοναδικό ―λόγου χάριν, πώς αλλιώς θα γινόταν να πεθάνει η Φαντίνα ή ο Μανιάτης;― το ανθρώπινο εγώ που αρνείται να μπει στο νοσοκομειακό, προκρούστειο κρεβάτι του Φρόιντ, που παλεύει ως την τελευταία του πνοή να επιβεβαιώσει την υπαρξιακή του εξίσωση … και δεν τελειώνει εδώ αυτή η ιστορία, θα την συνεχίσω …

Σε φιλώ