ΓΙΑ ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΟΥΣ — συναντήσεις με τον Γιώργο Μανιάτη
Ελισάβετ Χρονοπούλου, 2019
ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΥ (σκηνοθέτις - συγγραφέας)
(κείμενο που διάβασε στη συζήτηση μετά την προβολή της ταινίας στην Ταινιοθήκη 04-05-2019)
Από κινηματογραφικής πλευράς, αυτό που θαυμάζω στο έργο του Σταύρου Ψυλλάκη είναι ότι χρησιμοποιώντας τα απλούστερα κινηματο-γραφικά εργαλεία και χρησιμοποιώντας τα με τον απλούστερο τρόπο καταφέρνει να συνθέτει εξαιρετικά πυκνές αλλά κι ελκυστικές αφηγήσεις.
Αν η τεχνική της αφήγησης συνίσταται στο να επιλέγεις αποκλείοντας και να διαφωτίζεις σκιάζοντας, ο Ψυλλάκης, σ΄αυτήν την ταινία, ξεκινά από μια ξεκάθαρη επιλογή: Δεν οργανώνει το υλικό του προτάσσοντας το ερώτημα «ποιος είναι ο ήρωας» επιλογή που θα τον οδηγούσε στη σκια-γράφηση ενός πορτρέτου, αλλά ακολουθώντας ένα μονοπάτι παράλληλο μ’ αυτό της μυθοπλαστικής αφήγησης επικεντρώνεται στο ερώτημα «τι θέλει ο ήρωας, ποια είναι η υπαρξιακή του ανάγκη και τι κάνει για να την εκπληρώσει. Επιλέγει δηλαδή να μας αφηγηθεί μια περιπέτεια. Την περιπέτεια ενός ανθρώπου που θέλει να βρει σ’ αυτόν τον κόσμο μια θέση που να τη δικαιούται. Ενός ανθρώπου που στα δεκαεπτά του χρόνια, αρνείται ν’ αποδεχθεί την ταυτότητα που προκαθορίστηκε γι’ αυτόν σαν μια ετικέτα και νιώθει την ανάγκη να συγκροτήσει ο ίδιος μια ταυτότητα για τον εαυτό του, να δώσει περιεχόμενο σ’ αυτήν την ετικέτα, το περιεχόμενο που εκείνος επιθυμεί. Κι αυτό το περιεχόμενο δεν είναι παρά το ιδανικό της αρετής, όπως ο ίδιος λέει.
Ο Μανιάτης γεννιέται μαζί με τον πόλεμο και μεγαλώνει στ’ αποκαΐδια ενός κόσμου. Γνωρίζει μια ρημαγμένη όψη του κόσμου, κι ανθρώπους εξουθενωμένους και συχνά ηττημένους απ’ τον αγώνα να διαφυλάξουν την σωματική και ηθική τους ακεραιότητα. Άνθρωποι που υποτάχθηκαν στην ιστορική συνθήκη που δεν ήταν άλλη απ’ το παράλογο του πολέμου, της μανίας για κυριαρχία πάνω στον άλλο, για αφανισμό του άλλου.
Ο ίδιος λέει ότι το εκμαγείο που τον δημιούργησε ήταν η Λεγεώνα. Εγώ αντιλαμβάνομαι ότι το εκμαγείο που τον δημιούργησε ήταν ακριβώς το παράλογο του κόσμου ίσως όπως το ορίζει ο Καμύ: Ο άνθρωπος ρωτά κι ο κόσμος σιωπά. Η σιωπή, στη δεδομένη ιστορική στιγμή πρέπει να ήταν εκκωφαντική, ιδιαίτερα για ένα δεκαεπτάχρονο παιδί. Δεν συμβιβάζεται μ’ αυτή τη σιωπή. Για να αντιταχθεί στο παράλογο αποφασίζει να έρθει σε ρήξη με τον κόσμο. Να γίνει ο άλλος: «Θέλω να γνωρίσω κακούς ανθρώπους, τους χειρότερους, και να παραμείνω τίμιος.» Θέλει να γίνει ο άλλος, αυτός που δεν θα σκοτώσει ακόμα κι αν φοβηθεί, αυτός που δεν θα μισήσει όταν τον φτύνουν στο πρόσωπο. Τόσο ψηλά βάζει τον πήχη. Για να υπερβεί τις συνθήκες ρίχνει τον εαυτό του στα βαθύτερα νερά τους.
Και τώρα πώς θα ζήσεις, τον ρωτάει ο Νικηφόρος λίγα χρόνια μετά.
Κι εννοεί, πώς θα ζήσεις μ’ αυτή την ταυτότητα που διάλεξες, του για πάντα ξένου, αυτού που ήρθε σε οριστική ρήξη με τον κόσμο;
Του αιώνιου δραπέτη;
Ο Μανιάτης δεν δραπετεύει μόνο απ’ τη γενέθλια γη, αλλά κι απ’ τη γενέθλια συνθήκη, δεν δραπετεύει μόνο απ’ τον χώρο αλλά κι απ’ τον χρόνο. Δραπετεύει από τη Λεγεώνα, δραπετεύει από παντού, όπως ο ίδιος λέει, και κάθε δραπέτευση είναι ένα ακόμη βήμα στην πορεία του να συγκροτήσει την ταυτότητα που εκείνος επέλεξε, αυτήν της αρετής, που θα την ορίσει κάποτε και ως ελληνικότητα. Αν στην ταυτότητά του αναγράφεται ως Έλληνας, βάζει έναν ακόμη στόχο, να γίνει Έλληνας από μόνος του, να αναγεννηθεί ως Έλληνας σύμφωνα με ό,τι ο ίδιος ορίζει ως ελληνικότητα. Αν το να είσαι Έλληνας σημαίνει το να κατανοείς τα ελληνικά νοήματα, ο Μανιάτης αποκηρύσσει την ελληνικότητα που του χαρίστηκε, δραπετεύει απ’ αυτήν και ξένος επιχειρεί να την κατακτήσει, να κατανοήσει τα ελληνικά νοήματα βρίσκοντας εκεί μια θέση που να τη δικαιούται.
Μια θέση που να την δικαιούται, αυτό είναι που επιζητά σ΄όλη του τη ζωή.
Άλλωστε, παραμένει πάντα ο γιος του ανθρώπου που πληρώνει εισιτήριο χωρίς να είναι υποχρεωμένος να το κάνει.
«Με κατανίκησε το αλκοόλ» μας λέει στο τέλος. Να με θυμάστε όπως ήμουν, να με κρίνετε γι’ αυτό που υπήρξα. Μας κοιτάζει με το θολό του βλέμμα και θέτει τον εαυτό του στην κρίση μας. Κι όταν η ταινία τελειώνει, εμείς νιώθουμε μια θριαμβική σχεδόν χαρά γιατί ξέρουμε ότι δεν ηττήθηκε ο ήρωάς μας. Ότι το βαρύ φορτίο που επωμίσθηκε, την αποστολή που ανέθεσε στον εαυτό του να γίνει πρόγονος κι όχι απόγονος, την εκπλήρωσε αφού κατάφερε τελικά να υπερβεί τις συνθήκες να υπερβεί τα όρια της ιστορικότητας και να μας κληροδοτήσει ένα διαχρονικό πρότυπο άξιας ζωής.
Κοιτάζοντας τις εικόνες των μισοκαμμένων βιβλίων του, στο τέλος της ταινίας, τις σημειώσεις του στο περιθώριο των σελίδων, μου ήρθε στο νου ο στίχος του Σαχτούρη: «Μια μέρα θα ξυπνήσω και θα ’χω αθωωθεί». Κι ένιωσα μεγάλη συγκίνηση, σχεδόν ψυχική ανάταση. Η κατάληξη της περιπέτειας είναι επιτυχής κι η ταινία έχει ξεκάθαρα χάππυ εντ.
Είναι η ευτυχής περιπέτεια ενός ανθρώπου που δεν τρόμαξε απ’ τη σιωπή του κόσμου κι αποτόλμησε να δώσει ο ίδιος μιαν απάντηση στο παράλογο. Κατά τη γνώμη μου, αυτήν την ιστορία μας αφηγήθηκε ο Σταύρος: Την περιπέτεια μιας δικαιωμένης, μιας άξιας ζωής.