Σταύρος Ψυλλάκης
← Κριτικά κείμενα & Σχόλια

ΑΛΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ

Βάσια Λέκκα, 2009

Σταύρος Ψυλλάκης: «Άλλος Δρόμος δεν Υπήρχε»…

της Βάσιας Λέκκα

Η πιο όμορφη απ’ τις θάλασσες

είναι αυτή όπου δεν έχουμε ακόμη ταξιδέψει.

Το πιο όμορφο παιδί

δεν έχει ακόμη μεγαλώσει.

Τις πιο όμορφες από τις μέρες μας

κανείς δεν τις έζησεν ακόμη.

Κι ό,τι πιο όμορφο θα ’θελα να σου πω

δεν το είπα ακόμη.

Ναζίμ Χικμέτ,

Επιστολές και Ποιήματα (1942-1946)

Οι παραπάνω στίχοι του Ναζίμ Χικμέτ από τη δεκαετία του 1940, έμπλεοι του γνωστού, έξοχου λυρισμού του Τούρκου ποιητή, μου φαίνονται πως δεν μπορούν παρά να είναι οι ιδανικότεροι που θα μπορούσε να επιλέξει κανείς για να περιγράψει τον Σταύρο Ψυλλάκη· έναν άνθρωπο τολμηρό που βρίσκεται διαρκώς σε αναζήτηση καινούργιων περιπετειών και απολαύσεων, που αέναα επιθυμεί να δοκιμάζει και να βιώνει νέες εμπειρίες, που γνωρίζει ότι το πιο όμορφο στη ζωή του είναι τελικά αυτό που δεν έχει προλάβει ακόμη να ζήσει…

Πράγματι, ήταν αυτή ακριβώς η εντύπωση που αποκόμισα όταν είδα για πρώτη φορά κάποιο από τα ντοκιμαντέρ του Σταύρου Ψυλλάκη· μία εντύπωση που ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο όταν είχα την τύχη να τον γνωρίσω από κοντά και να συνομιλήσω μαζί του. Είχα μόλις ξεκινήσει να ασχολούμαι ερευνητικά με την ιστορία της ψυχιατρικής μέσα από μία, κατ’ ουσίαν, κριτική οπτική και προσέγγιση, όταν κάποιος, σε μία συζήτηση, μου πρότεινε να δω το ντοκιμαντέρ του Ψυλλάκη «Ο άνθρωπος που ενόχλησε το σύμπαν». Ένα ντοκιμαντέρ που από εκείνη την πρώτη φορά που το είδα πριν χρόνια μέχρι και σήμερα το προβάλλω κάθε χρόνο στους φοιτητές και τις φοιτήτριές μου, για να μπορέσω να ξεκινήσω να διηγούμαι την πορεία της ψυχικής ασθένειας και των ψυχικά ασθενών μέσα στο χρόνο. Και, κάθε φορά με εκπλήσσει το γεγονός ότι το ντοκιμαντέρ συγκλονίζει κάθε νέα γενιά φοιτητών/τριών με έναν τρόπο κυριολεκτικά μοναδικό, παρά τα χρόνια που έχουν πλέον περάσει από την πρώτη προβολή του. Με τολμηρή ματιά και ξεχωριστή ευαισθησία, ο Ψυλλάκης επιλέγει έναν εναλλακτικό τρόπο προσέγγισης των «διαφορετικών» αυτών ανθρώπων που στον δυτικό κόσμο συνηθίζουμε να αποκαλούμε «ψυχικά ασθενείς». Και τούτο, διότι, σε αντίθεση με τις κυρίαρχες αναπαραστάσεις περί ψυχικής ασθένειας και ψυχικά ασθενών που μας προσφέρει άνωθεν ο επιστημονικός λόγος, ο Ψυλλάκης τολμά να παρουσιάσει την ψυχική ασθένεια «από τα κάτω». Αποφασίζει να δώσει τον λόγο στους ίδιους τους εγκλείστους του Ψυχιατρείου Χανίων,[1] τους προσκαλεί να μιλήσουν, να αστειευτούν, να τραγουδήσουν, να παραπονεθούν, και μαζί με εκείνους προ(σ)καλεί και εμάς να συνομιλήσουμε μαζί τους. Και σε μία από τις συγκλονιστικότερες σκηνές του ντοκιμαντέρ, δίνει την κάμερά του στους ίδιους τους ασθενείς, προκειμένου να τους προσφέρει την – μοναδική για εκείνους – εμπειρία και ευκαιρία να καταγράψουν και να αναδείξουν τον κόσμο μέσα από τα δικά τους μάτια. Μία κίνηση που φανερώνει τον ειλικρινή σεβασμό και την ιδιαίτερη αγάπη του για όλους αυτούς τους «μη-κανονικούς» τύπους ανθρώπων, «τους οποίους η κοινωνία αναγνωρίζει και απομονώνει».[2]

Πρόκειται για μία αγάπη ειλικρινή και ανεπιτήδευτη, που δεν γεννήθηκε, βέβαια, μέσα από τις ανάγκες κάποιου ντοκιμαντέρ ή στο πλαίσιο κάποιας επιστημονικής έρευνας, αλλά μετρά πολλά χρόνια ζωής και έχει τις ρίζες της στα παιδικά του χρόνια. Ήταν τότε, τις δεκαετίες του 1950 και 1960, στην ταβέρνα του πατέρα του στο λιμάνι των Χανίων, που ως μικρό παιδί και, αργότερα, νέος ήρθε σε επαφή με έναν άλλο κόσμο, έναν κόσμο άγνωστο για τους περισσότερους και τις περισσότερες από εμάς. Έναν κόσμο «υπόγειο», που συνηθίζουμε να αγνοούμε και που την ίδια στιγμή, όμως, έχουμε μάθει να φοβόμαστε. Έναν κόσμο εντός των τειχών του οποίου ο Ψυλλάκης γνώρισε όσους και όσες ο ίδιος αποκαλεί «οι άνθρωποί μου», οι οποίοι επρόκειτο να καθορίσουν την πορεία της σκηνοθετικής του διαδρομής και, εν τέλει, της ίδιας της ζωής του. Πόσοι σκηνοθέτες θα είχαν, άραγε, το σθένος να επιλέξουν την ηλικιωμένη και βασανισμένη Αθανασία ως ένα από τα κεντρικά πρόσωπα της αφήγησης στις «Μικρές Ιστορίες Ρομά», όχι για να προκαλέσουν τον οίκτο και τη λύπησή μας για εκείνη, αλλά για να αναδείξουν και να επαινέσουν την σπάνια ομορφιά – «δεν έχεις δει ξανά τόσο όμορφο πρόσωπο», θα μου πει μία μέρα που συζητούσαμε για το ντοκιμαντέρ – του ταλαιπωρημένου από τα βάσανα και τις κακοτυχίες της ζωής προσώπου της; Άλλωστε, ας μην λησμονούμε και την νιτσεϊκή παρατήρηση με την αξιοθαύμαστη οξυδέρκεια και βαθύτητα ότι «[ο] καλλιτέχνης διαλέγει το υλικό του: αυτός είναι ο τρόπος του να επαινεί».[3]

Με ιδιαίτερη αγάπη και για το διάβασμα – πόσο θα του στοίχιζε όταν ο νεαρός βαφτισιμιός του, αρκετά χρόνια αργότερα, θα του έλεγε «νονέ, το χειρότερο δώρο που μπορούσες να μου κάνεις είναι ένα βιβλίο», όταν συγκινημένος του χάρισε μαζί με τις πολύτιμες, για τον ίδιο, γραπτές σημειώσεις του και κάποια λογοτεχνικά βιβλία από τα φοιτητικά του χρόνια – ο Ψυλλάκης κατόρθωσε να περάσει στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, για να σπουδάσει Ηλεκτρολόγος Μηχανολόγος. Παράλληλα με τις σπουδές του, ένας νέος κόσμος ανοίχτηκε μπροστά του· ήταν ο κόσμος της φιλοσοφίας, της ψυχανάλυσης, της ποίησης, ο κόσμος των Sigmund Freud, Martin Heidegger, Claude Lévi-Strauss, Herbert Marcuse, Κώστα Αξελού, Jean-Paul Sartre, David Cooper και τόσων άλλων που καθόρισαν τα όνειρα της γενιάς του και την δική του σκέψη. Μία σκέψη ανήσυχη, ένα πνεύμα διαρκώς σε εγρήγορση και αναζήτηση νέων απολαύσεων, που δεν αρκέστηκε στο χαρτί του πανεπιστημιακού του πτυχίου – αν και οι γνώσεις που αποκόμισε, όπως και η μεθοδικότητα και ο τρόπος σκέψης που χαρακτηρίζει τις θετικές επιστήμες, τον συνοδεύουν ακόμη και σήμερα στη δημιουργία των ντοκιμαντέρ του – ούτε και επαναπαύθηκε στην πολλά υποσχόμενη καριέρα που ανοιγόταν μπροστά του και την οποία προοιώνιζε η σύντομη θητεία του σε μία μεγάλη κατασκευαστική εταιρεία. Κι όταν βρέθηκε στο σταυροδρόμι που αρκετοί και αρκετές από εμάς μας έχουμε βρεθεί τουλάχιστον μία φορά στη ζωή μας, επέλεξε τον δύσκολο δρόμο· έναν δρόμο, όμως, που στα δικά του μάτια έμοιαζε αναπόφευκτος· έναν δρόμο που ουσιαστικά ήταν μονόδρομος, διότι ένιωσε ότι για τον ίδιο απλώς «άλλος δρόμος δεν υπήρχε». Επέλεξε, δηλαδή, να εγκαταλείψει αρκετά εύκολα και μάλλον αυτονόητα όσα στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες συνηθίζουμε να αποκαλούμε «επιτυχία», «οικονομική εξασφάλιση» και «κοινωνική καταξίωση», για να επιστρέψει για λίγο στα Χανιά στην οικογενειακή ταβέρνα και μετά να φύγει για το Παρίσι, με πολλά όνειρα στη βαλίτσα του, δίχως καν να γνωρίζει Γαλλικά, δίχως να έχει στο μυαλό του το πώς ακριβώς θα επιβιώσει σε μία μεγαλούπολη σαν το Παρίσι και με μόνη του παρηγοριά ένα κομμάτι χαρτί με τα τηλέφωνα κάποιων ανθρώπων που ίσως να μπορούσαν να τον βοηθήσουν…

Αυτή η πρώτη του διαμονή στο Παρίσι δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ονειρεμένη, ούτε καν επιτυχημένη. Για να κερδίσει τα προς το ζην, αναγκάστηκε να κάνει μία σειρά διαφόρων, άσχετων με τις σπουδές του επαγγελμάτων – από τον ψήστη σε ελληνικό σουβλατζίδικο μέχρι την “femme de ménage” σε κάποιο σπίτι, όπως ο ίδιος αφηγείται γελώντας. Και παρά το, εκ πρώτης όψεως, «φιάσκο» και την επιστροφή του στην Αθήνα – «πάντα ήταν στη ζωή μου κάποιος έρωτας που βρισκόταν από πίσω», θα μου εκμυστηρευθεί πρόσφατα – δεν πτοήθηκε. Αποφάσισε, πηγαίνοντας κόντρα στη φωνή της λογικής, να μην επιστρέψει στο χώρο των μηχανικών και να ασχοληθεί συστηματικά πλέον με την σκηνοθεσία. Στη σχολή κινηματογράφου Ε. Χατζίκου θα πάρει το πτυχίο σκηνοθεσίας. Και, η σκηνοθεσία θα κερδίσει οριστικά μια θέση στην καρδιά του και ένα εντελώς τυχαίο γεγονός – όπως συμβαίνει συνήθως – θα καθορίσει το μέλλον του…

Έχοντας ολοκληρώσει την πτυχιακή του ταινία και αναζητώντας στην εφημερίδα να βρει κάποια – οποιαδήποτε – δουλειά για να μπορέσει να επιβιώσει, πέφτει το μάτι του σε μία αγγελία για μία υποτροφία του γαλλικού κράτους για σπουδές σκηνοθεσίας στο Παρίσι. Αποφασίζει να τολμήσει για μία ακόμη φορά και πηγαίνει να καταθέσει τη σχετική αίτηση στο Γαλλικό Ινστιτούτο, στην οδό Σίνα. Όταν, μετά την επιλογή του, μπαίνει τελικά στο γραφείο του μορφωτικού ακολούθου, του οποίου το όνομα είναι ακόμη χαραγμένο στη μνήμη του, για να συμπληρώσει τα τελικά έγγραφα, συνειδητοποιεί ότι τα Γαλλικά του, που είχε μάθει κουτσά-στραβά κατά την πρώτη παραμονή του στο Παρίσι και τα οποία είχε, εν τω μεταξύ, ξεχάσει, μπορούσαν να τον βοηθήσουν μόνο για τα πρώτα, γενικά στοιχεία που ζητούσαν, όπως το όνομά του και την ημερομηνία γέννησης, αλλά δεν επαρκούσαν για να συμπληρώσει τα υπόλοιπα. Και μέσα σε ελάχιστα λεπτά, καθισμένος σε μία καρέκλα δίπλα από το γραφείο του μορφωτικού ακολούθου, με το άγχος να τον έχει κυριεύσει, θα πάρει μία απόφαση που έμελλε τελικά να σημαδέψει όλη τη ζωή του. Αντί να διαλέξει την παραίτηση από το όνειρό του και τη φυγή, επιλέγει να μιλήσει με ειλικρίνεια στον υπεύθυνο για την βαθιά επιθυμία του να συνεχίσει τις σπουδές του στη σκηνοθεσία, αλλά και για την αδυναμία του στη γαλλική γλώσσα που μπορεί να αποτελούσε εμπόδιο για τη συμπλήρωση της αίτησης, δεν θα αποτελούσε, όμως, σε καμία περίπτωση, τροχοπέδη για την επιτυχή διεκπεραίωση των σπουδών του. Και, ζητώντας την κατανόηση και τη βοήθειά του στη συμπλήρωση των εγγράφων, κλείνει τη σύντομη εξομολόγησή του, με την υπόσχεση ότι «εάν μου δώσεις την ευκαιρία να πάω, θα σου αφιερώσω την πρώτη μου ταινία». Σε δύο μέρες, θα βρισκόταν στο κάθισμα του αεροπλάνου, αποχαιρετώντας για δεύτερη φορά την Αθήνα και ανοίγοντας ένα καινούργιο κεφάλαιο στη ζωή του.

Στο Παρίσι θα σπουδάσει σκηνοθεσία ανθρωπολογικού ντοκιμαντέρ στα Ateliers Varan (μια πρωτοβουλία του Jean Rouch) και θα εντυπωσιαστεί όταν την πρώτη μέρα των σπουδών του θα πιάσει αμέσως στα χέρια του κάμερα – κάτι που δεν είχε συμβεί ούτε μία φορά κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Αθήνα. Θα εντρυφήσει στα μυστικά του ανθρωπολογικού ντοκιμαντέρ και θα ταχθεί ολοκληρωτικά πλέον στην γλαφυρή αναπαράσταση και εναργή αποτύπωση των «ανθρώπων του», της διαφορετικότητάς τους, του πόνου τους, των αγώνων τους, της δύναμής τους, της μοναδικότητάς τους, των νικών και των απωλειών τους...

Όταν θα επιστρέψει στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1990, θα ξεκινήσει αυτό που, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, ήξερε να κάνει όσο λίγοι, προσφέροντάς μας συγκλονιστικά ντοκιμαντέρ πάνω σε μία σειρά, εκ πρώτης όψεως διαφορετικών, ζητημάτων που, όμως, συνομιλούν δημιουργικά και γόνιμα μεταξύ τους: από το «Ο άνθρωπος που ενόχλησε το σύμπαν» (2000) και τους «Επιζώντες» (2010), στα οποία εστιάζει στην εμπειρία της ψυχικής ασθένειας μέσα από την προοπτική των ίδιων των ψυχικά πασχόντων, μέχρι το «ΜΕΤΑΞΑ ακούγοντας το χρόνο» (2012) και την «Ολυμπία» (2015), στα οποία συγκλονίζει με την διείσδυσή του στο βίωμα όχι μόνο της ασθένειας αλλά και του ίδιου του συμβάντος του θανάτου, και από τις «Μικρές Ιστορίες Ρομά» (2014) και το «Μέσα Φως» (2016), στα οποία ρίχνει φως στις ζωές και τους αγώνες για επιβίωση καθημερινών και τόσο διαφορετικών μεταξύ τους ανθρώπων, μέχρι το «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε» (2009), στο οποίο αποτίει φόρο τιμής στους αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού στον Εμφύλιο και τα χρόνια που ακολούθησαν.

Σε αυτά, όπως και σε όλα τα υπόλοιπα έργα του, αναδεικνύονται η διαφορετικότητα της οπτικής του δημιουργού τους και η ευαισθησία του στη διαπραγμάτευση των θεμάτων και των προσώπων που επιλέγει. Ενός δημιουργού ανοιχτού σε κάθε νέα πρόκληση και κάθε νέα συνεργασία, που έχει την ικανότητα να μετατρέπει σε τέχνη κάθε «δουλειά» – ακόμη και την πιο μονότονη και πεζή – αλλά και που δεν θυσιάζει ποτέ τους πρωταγωνιστές του στο βωμό της προσωπικής του επιτυχίας· «ακόμη και στο μοντάζ, δεν ήμουν σίγουρος ότι έπρεπε να βγει η “Ολυμπία”», θα μου πει αναφερόμενος στη δύσκολη εμπειρία των γυρισμάτων, αλλά ακόμη και στα πολλά κιλά που έχασε από την ένταση και τη στενοχώρια για ένα ντοκιμαντέρ που από την αρχή είχε τεράστιους δισταγμούς και επιφυλάξεις ως προς το εάν έπρεπε τελικά να βγει στις αίθουσες λόγω της ιδιαιτερότητας και λεπτότητας του θέματός του. Ενός δημιουργού ο οποίος ποτέ δεν ξεχνά να ευχαριστήσει στο τέλος των ταινιών του όχι μόνο το σύνολο των συνεργατών του, αλλά και τον γιο του Κωνσταντίνο – απέναντι στον οποίο μπορεί και στέκεται, ανάλογα με τις περιστάσεις, άλλοτε με την αυστηρότητα και την υπερπροστατευτικότητα ενός πατέρα και άλλοτε με το χιούμορ και την κατανόηση ενός καλού φίλου – ακόμη και την αγαπημένη του μοτοσικλέτα, την Doly. Ενός δημιουργού ο οποίος, παρά και πέρα από την αναγνώριση και την αδιαμφισβήτητη αξία των έργων του, εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από μία ανείπωτη σεμνότητα και να παραμένει πάντα προσιτός και ανοιχτός απέναντι σε κάθε έναν και κάθε μία που διψάει να μάθει και να διδαχθεί από εκείνον. Ενός δημιουργού ο οποίος επιχειρεί, εν τέλει, σε κάθε του βήμα και με κάθε του δημιουργία να μας προσφέρει αυτά τα φτερά, που κόπηκαν βίαια από τις πλάτες της Αθανασίας, αλλά και των απορριμμένων ως «ψυχικά ασθενών», των Ρομά, των κοινωνικά «αποτυχημένων» και τόσων άλλων, για να μπορούμε ακόμη να ονειρευόμαστε μέσα σε συνθήκες αντίξοες και δυσμενείς, όπως οι αντάρτες στις σκοτεινές σπηλιές των – «άψυχων, που έχουν όμως ψυχή» – βουνών της Κρήτης, και ενίοτε να κατορθώνουμε να πετάμε…

[1] Ας σημειώσουμε εδώ ότι το 2006, το Ψυχιατρείο Χανίων έκλεισε στο πλαίσιο του προγράμματος «Ψυχαργώς» (ν. 2716/1999) για την επονομαζόμενη «ψυχιατρική μεταρρύθμιση». Κατά την α’ και β’ φάση του προγράμματος, την περίοδο 2000-2009 έκλεισαν, μαζί με το Ψυχιατρείο Χανίων, το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Πέτρας Ολύμπου, το Ψυχιατρείο Κέρκυρας και το Παιδοψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, για να αντικατασταθούν από κοινοτικές υπηρεσίες και δομές ψυχικής υγείας.

[2] Μ. Φουκώ, (2007). Ιστορία της τρέλας στην κλασική εποχή, μτφρ. Π. Μπουρλάκης, Αθήνα: Καλέντης, σελ. 147.

[3] Φ. Νίτσε, (1996). Η Χαρούμενη Γνώση, μτφρ. Λ. Τρουλίνου. Αθήνα: Εξάντας, σελ. 212 [Βιβλίο ΙΙΙ, §245].